Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

για κείνες τις επιστροφές

το θαυμάσιο κείμενο φυγών και επιστροφών του Τζων Μπόη, μου έδωσε το ερέθισμα να συλλογιστώ τη δική μου δια βίου σχέση και με τις δύο

η φυγή ήταν πάντα μια απαραίτητη  προϋπόθεση για να μπορώ να υπάρξω σε αρμονία μέσα σ'ένα  περιβάλλον που μου επέβαλε ο συντηρητικός , ας πούμε, βίος μου
η επιστροφή όμως ήταν πάντα κάτι παραπάνω.
όχι μόνο απαραίτητη, αλλά και πιο γλυκιά
αυτό βέβαια δεν συνέβη από τη μια στιγμή στην άλλη. αλλά όταν o ο τόπος επιστροφής ορίστηκε αυθαίρετα ως τέτοιος στο υποσυνείδητο και μάλιστα με πλήρη αποδοχή των συντεταγμένων του
- μια φωνή στο μυαλό μου ψιθυρίζει : και τη στιγμή που εκείνο χάνεται. χάνεται οριστικά. νιώθει μια ανακουφιστική ηρεμία. παράξενο-
χρόνια μετά βρήκα σ'έναν στίχο της Δημουλά το νόημα όλων των φυγών, αποδράσεων, ταξιδιών μου :
"ναυλώνεις έναν κόσμο για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας"
πάντα εκεί γυρνούσα. γύρω από τη βάρκα .
αλλά ο κόσμος ήταν απαραίτητος
ίσως για κείνη τη νοερή δυνατότητα διαφυγής. ίσως για κείνη την επιδερμική γνωριμία με όσα ποτέ δεν θα, ίσως για την πνοή ενός ξένου αέρα ακόμη κι αποπνικτικού, για τα διαφορετικά βλέμματα. τη δυνατότητα να σταθείς απέναντι και να δεις τη ζωή σου από την άλλη όχθη.
να πεις ευχαριστώ και ν'αγαπήσεις το χώμα

(και τώρα που τόσα γράφονται αστεία και σοβαρά γι'αυτήν τη δύστυχη πατρίδα, ακόμη πιο πολύ, σαν τη μάνα που πονά για το παιδί της που παραστράτησε, που υποφέρει...προχτές ένας τύπος που με καλοτύχιζε που είμαι εδώ  : "δεν πας καλά" μου ήρθε να του πω, να θεωρείς τύχη το "εδώ" το κρύο και την σκοτεινιά σας, κι αυτήν την τσιγκουνιά παντού. το μέτρημα. το απανταχού μέτρημα.δεν του τα'πα, του κλεισα μονάχα την πόρτα, είχα δουλειά. δεν θα καταλάβαινε)

Υ.Γ.το φωτογραφικό ρεπορτάζ για το Weihnachtsmarkt έγινε κι εφέτος χάρη στην πρόκληση -πρόταση του Τζων Μπόη. του το αφιερώνω λοιπόν εξαιρετικά.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

σταροχώραφα

μέρες τώρα το απέναντι χωράφι γεμίζει κοράκια.
ό,τι βλέπω είναι ομίχλη και κοράκια.
κάποιες στιγμές κάτι τα τρομάζει , σηκώνονται σύννεφο και μετακινούνται λίγο πιο πέρα.
συνειρμικά το μυαλό μου πάει στο ομώνυμο ποίημα του Πόε και στα σταροχώραφα του Βαν Γκογκ. ειδικά σ'αυτά τα τελευταία . όσο πιο ανταριασμένος , τόσο γέμιζε τους πίνακές του με κοράκια,και με κείνες τις τρελές σπείρες, μέχρι που μια μέρα πήρε το όπλο έξω στα σταροχώραφα κι αυτό ήταν.




πόσο είπαμε πως εκτιμάται ένας Βαν Γκογκ σήμερα;

(φαντάζομαι πως είναι γνωστό ότι ο Βαν Γκογκ οδηγήθηκε στην αυτοκτονία λόγω φτώχειας .  κανείς δεν αγόραζε τα έργα του)

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

υπάρχει η χρυσή τομή ?

Στο εξώφυλλο της τοπικής εφημερίδας φιγουράρει μεσήλικας με ελαφρώς ειρωνικό χαμόγελο επιδεικνύοντας τρεις  κλήσεις για παράνομη στάθμευση.
Εκ πρώτης δε φαίνεται  περίεργο το να πάρει κανείς κλήση για παράνομο παρκάρισμα (στο κάτω κάτω στη Γερμανία είμαστε). Το περίεργο είναι που ο κύριος έγινε πρωτοσέλιδο.
Η συνέχεια μπορεί να θεωρηθεί από αστεία έως λόγος να προβληματιστεί κανείς για τις διαφορετικές κουλτούρες και νοοτροπίες.

Ο εν λόγω κύριος λοιπόν, ανέλαβε ως ηλεκτρολόγος που είναι ,το χριστουγεννιάτικο φωτεινό στολισμό της πλατείας του Δημαρχείου.Χιλιάδες λαμπάκια που σχηματίζουν ένα τεράστιο αστέρι πάνω από τον ουρανό του Δημαρχείου. Κι επειδή για τη δουλειά του χρειάζεται όλα τα σχετικά υλικά και τον εξοπλισμό  που τα κουβαλά με το  φορτηγάκι του, το παρκάρει πάνω στο πεζοδρόμιο, δίπλα στην πλατεία. Εκεί όμως το παρκάρισμα απαγορεύεται, με αποτέλεσμα κάθε φορά να παίρνει κι από μία κλήση. Μέχρι τώρα είναι τρεις και υπολογίζει μέχρι το τέλος της εργασίας του να πάρει τουλάχιστον άλλες τόσες
Όταν διαμαρτυρήθηκε στην τοπική αστυνομία, πήρε ως απάντηση πως κανείς δεν εξαιρείται από τις ποινές για παράνομο παρκάρισμα κι αν θέλει να μην χρεώνεται με κλήσεις , να μεταφέρει τον εξοπλισμό του τα πρωινά, τις ώρες που επιτρέπεται σε προμηθευτές και εμπόρους η προσωρινή στάθμευση , κι έπειτα να κάνει τη δουλειά του έχοντας παρκάρει κάπου νόμιμα.

Ο ίδιος προσπαθεί τώρα να μεταφέρει το χρέος των κλήσεων στο δήμο....

 Κι ενώ εμένα μου φαίνονται αστεία όλα αυτά , ταυτόχρονα μου δημιουργούν αντικρουόμενα αισθήματα. Από τη μια προερχόμενη από μια χώρα που η τήρηση των νόμων είναι μια πικρή ιστορία (ειδικά για το παράνομο παρκάρισμα ...τι να λέμε; εδώ για άλλα κι άλλα... ), θαυμάζω λοιπόν αυτήν  τους την επιμονή της μη εξαίρεσης. Τον νόμο που είναι πάνω απ'όλα. Τον τρόπο που μπορεί  κανείς να βασιστεί στην τήρησή του και που σου δημιουργεί αισθήματα ασφάλειας και σιγουριάς.
Από την άλλη όμως, αυτή τους η ακαμψία , η ανθρωπίνως παράλογη σε κάποιες περιπτώσεις, με τρομάζει.

Ίσως τελικά η χρυσή τομή να είναι αδύνατο να υπάρξει.
(ή ίσως θα πρέπει να υπάρχει μέσα στα πλαίσια μιας ευνομούμενης πολιτείας ένα μικρό παραθυράκι που θα μας επιτρέπει να κρεμάμε τα στολίδια μας χωρίς παρατράγουδα ;)  )


 (ο ουρανός του Δημαρχείου από περσινή φωτό)

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

ανέστια

Έχει τα μαλλιά της πιασμένα σε έναν όμορφο χαλαρό κότσο. Σκούρα καστανά. Άθελά μου παρατηρώ τις  λεπτομέρειες του προσώπου της, το piercing στα χείλη. Θα ήταν πιο ωραία χωρίς αυτό.
Μετά κοιτώ δεξιά τον σκοτεινό επαρχιακό δρόμο. Πώς θα'ναι άραγε να μη ζεις με την καθημερινή φρίκη πως η πατρίδα σου αργοπεθαίνει ;
Αλλά με τη βεβαιότητα πως εκείνη την ελπίδα μιας μακρινής αναγέννησης εσύ δε θα τη ζήσεις
Πώς να είναι άραγε να σε απασχολούν μόνο προβλήματα μικρά καθημερινά....σαν εκείνα που δε θυμάσαι ότι μπορεί να είχες κάποτε ;

Οι δρόμοι περνάνε χάνονται δίπλα μας. Ο σκέψεις περνάνε χάνονται μέσα μου. Οι πιο ενδιαφέρουσες γεννιούνται και χάνονται σε τέτοιες διαδρομές που ποτέ δε θυμάμαι μετά.

 Λίγο αργότερα νιώθω το μαστίγωμα από τις ίδιες μου τις λέξεις σε ένα ατελείωτο repeat.
Πονάει να πληγώνεις όσο και να πληγώνεσαι. Το πρώτο λίγο παραπάνω .
Πώς εξιλεώνεται κανείς για τις λάθος λέξεις ;

.................
Έχει πανσέληνο απόψε. Και παγετό.
Νιώθω τη θλίψη να με βαραίνει .
Και ανέστια.
Μπορώ να ζήσω χωρίς πατρίδα, αλλά όχι χωρίς την καρδιά μου.




Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

μέρες που είναι

Μια που η προηγούμενη ανάρτηση βρήκε θερμή υποδοχή ανάμεσά σας, θα ήθελα να μοιραστώ -από την ανάγκη να ακουμπήσω σε μιαν αλήθεια πιο μεγάλη και μια πραγματικότητα αμόλυντη από πολιτικά συμφέροντα - ακόμη μερικά αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο, τα "Ανοιχτά Χαρτιά" του Οδ. Ελύτη.
Ελπίζω να μην σας κουράσω, από την άλλη είναι τόσο απλό να προσπεράσετε και να πάτε παρακάτω.
Καλή ανάγνωση.

"Όντας στον ελάχιστο βαθμό ποιητικός, αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την ποίηση, με τον ίδιο τρόπο που, όντας στον ελάχιστο βαθμό "πατριώτης", αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ελλάδα.
...........
Από μικρό παιδί διάβασα, όσο μπορεί να διαβάσει "ένα παιδί φανατικό για γράμματα" τα χρονικά της χώρας αυτής (έτσι, ψυχρά, σα να μην ήτανε δική μου) και τριγύρισα τα μέρη της, και στις περιπέτειες της, όσες συμπέσανε με τα χρόνια μου, αργότερα, έλαβα μέρος. Όμως μου έλαχε πραγματικά να τη γνωρίσω, και να την αγαπήσω, μόνον γράφοντας,  γράφοντας τα ατελή αυτά ποιήματα που έγραψα - και το κυριότερο: άσχετα εντελώς από το περιεχόμενο τους. Ήταν η αγωγή η ποιητική που είχε σημασία. Ένα αναπάντεχο Σχολείο αντίστροφης, για τ' άλλα Σχολεία, πατριδογνωσίας. Και από τη στιγμή εκείνη ένιωσα να είμαι Έλληνας, όπως ένας άλλος φτάνει να αισθάνεται ότι είναι τοξικομανής ή ομοφυλόφιλος· οργανικά, ψυχολογικά, αισθησιακά, ακατανίκητα !
Ήξερα πόσο άσχημα μπορούσε ν' απηχεί αυτό σε μια νεολαία βιαστική - και με το δίκιο της - να παρουσιάζεται συγχρονισμένη κι ανεξάρτητη· πόσο κινδύνευα να φανώ επιπόλαιος, τουλάχιστον όσο και οι πολιτικοί μας στους προεκλογικούς τους λόγους. Έξαλλου, συμφωνούσα απόλυτα με τους πιο φωτισμένους από τους συναδέλφους μου που κατακρίνανε στα γραφτά τους και στις συνεντεύξεις τους την προχειρότητα που μας δέρνει, την αδικαιολόγητη οίηση και κουφότητα που μας κάνει να θεωρούμε τους άλλους «κουτόφραγκους» και να επικαλούμαστε το «δαιμόνιο της φυλής», όταν πολύ συχνά δεν ήμασταν άξιοι να ξεχωρίσουμε δυο γαϊδουριών άχυρα. Τα ελαττώματα του χαρακτήρα μας τα ήξερα επειδή τα περισσότερα τα 'βρισκα, πριν απ' όλα, στον δικό μου. Αυτός ο ρεαλισμός, μαζί με τις φωνές των φίλων γύρω μου – «είμαστε ένα κρατίδιο της Μέσης Ανατολής», «είμαστε τρελοί για δέσιμο» -, έβρισκε, πίστευα, θέση μέσα μου.


Κι όμως, την άλλη μέρα, στην άκρη της πένας μου, σχεδόν μου ερχότανε να φωνάξω κι εγώ «βρε τους κουτόφραγκους!» Φυσικά, δεν ήταν ακριβώς αυτό.....


 Απλούστατα, οι άνθρωποι αυτοί τα είχαν όλα - δηλαδή πολύ περισσότερα από τα δικά μας -, πλην ένα· κι ίσα - ίσα εκείνο, που σ' εμάς βέβαια ήταν ένα συν αλλ' αμετάφραστο, αμετάδοτο, ανεπίδεκτο ερμηνείας, έτσι όπως η λάμψη στα μάτια ή σ' ένα χαμόγελο. Τόσο ανεπαίσθητο και συνάμα τόσο τεράστιο, που μ' έκανε τελικά να μην αναγνωρίζω το είδωλο του κόσμου στα έργα της τέχνης τους ή τη θρησκεία του Χριστού στους καθεδρικούς τους ναούς.


Αυτά όλα, στον εικοστόν αιώνα, όταν ανάμεσα στους λαούς χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, ύστερα από δυο πολέμους ανθρωποφάγους, στις παραμονές της Πανευρώπης, να τα λέει κανείς μοιάζει παραφροσύνη· μειώνεται όμως η εντύπωση, πιστεύω, και στο τέλος αναποδογυρίζεται, όταν συλλογιστεί πόσο αναχωνεύονται μέσα στην υψηλή θερμοκρασία του παρόντος αυτά τα μέταλλα, για να μην απομείνει παρά μια αίσθηση τόσο ισχυρή, που είναι σα να πρωτοτινάζει τη σπίθα των πραγμάτων.


Δεν πήγε ποτέ ο νους μου να σκεφτώ πως μπορεί να είμαι ένας εθνικιστής, μια που δεν πιστεύω ότι οι εθνικιστές είναι οι μόνοι που αγαπούν - που κατάντησε να τους συμφέρει ν’ αγαπούν - την Ελλάδα. Όπως δεν πίστεψα ποτέ ότι η άκρα Αριστερά είναι η μόνη που έχει τίτλους να επαγγέλλεται την κοινωνική δικαιοσύνη. Πόσο άκριτος θα πρέπει να 'μαι τότε - αφού ανήθικος δεν είμαι, το υποστηρίζω -, για να πιστεύω ότι ανάμεσα στις δύο αυτές αντιθέσεις βρίσκω έναν τρόπο δικό μου να σταθώ έχοντας ήσυχη τη συνείδηση μου. Τι να γίνει; Υπάρχει ένας σκοτεινός ουρανός εκεί, κατά τα πάνω μέρη, που ενώ η φυσική του πραγματικότητα δε φτάνει ποτέ ίσαμε δω, η μεταφορική του κουκουλώνει ολοένα και πιο πολύ καρδιές και συνειδήσεις ανάμεσα στ' απορημένα βουνά της Αττικής που δεν ξέρουν πια τι να τις κάνουν τις μενεξεδένιες φωτιές και τ' απόκοσμα μηνύματα των μυριστικών τους χόρτων.
......
......


Παρ' όλα όσα λένε, η νεότητα δεν είναι πάντοτε σ' όλες τις εποχές, η ίδια. Μέσα στην αγκαλιά μιας ερωμένης οι εικοσαετείς όλων των αιώνων και όλων των πολιτισμών μπορεί για μια στιγμή να εξομοιώνονται. Από κει και πέρα όμως η ιδεατή αυτή δικαιοσύνη δε διαρκεί. Το ποσοστό της πιθανής γοητείας το ορίζει ο κλήρος μιας εποχής, όμως κι αυτό ποιος θα μπορέσει να το προσμετρήσει; Αόρατα χέρια, χωρίς να μας ρωτήσουν, στήνουν τα σκηνικά όπου θα διαδραματίσουμε το ρόλο μας, και δεν είναι καθόλου, φυσικά, το ίδιο να ξυπνάς ανάμεσα σε παραρτήματα που διαλαλούνε πολέμους ή να πίνεις τον πρωινό καφέ σου χωρίς αμφιβολίες για το αυριανό σου εικοσιτετράωρο, ακόμη κι αν δεν είσαι παρά ένας απλός συλλέκτης γραμματοσήμων.

 Εμείς που ζήσαμε, απ' τα είκοσι ως τα τριάντα μας, ανάμεσα σε δυο κινδύνους εκείνο που ξέρουμε είναι η ένταση του λευκού μπροστά στο πιθανό μαύρο, η προσπάθεια να διασώσουμε κάθε στιγμή ελεύθερη, και να γευτούμε αυτή τη στιγμή - την ακριβή - ως τα κατάβαθά μας. Και ακόμη, μιαν άλλου είδους ένταση. Πώς, με ποιον τρόπο, ν' αλλάξει η πραγματικότητα. Ω ναι, οι πιο πολλοι - οι πιο πραχτικοί - την είχανε πιάσει από τα πόδια. Εμείς αποβλέπαμε στο κεφάλι."



Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

επειδή οι πόλεμοι είναι προσωπικοί


Μπορεί τα παρακάτω αποσπάσματα να φανούν άσχετα με τα τα καίρια ζητήματα που μας απασχολούν όλους, αλλά ήθελα να υπάρχουν εδώ.
Επειδή όλοι οι πόλεμοι  είναι πάντα βαθιά προσωπικοί κι ας μη το μάθαμε  σε κανένα βιβλίο ιστορίας.

Από το Χρονικό μιας δεκαετίας (1934-1944) του Οδυσσέα Ελύτη :

"Πριν από τ'αντιβιοτικά ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός. Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια.



Με τους Γερμανούς δεν ήτανε φρόνιμο να παρασταίνεις το παλικάρι. Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν. Αυτό πια δεν ήταν πόλεμος, ήταν μια μονομαχία. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά. Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: “πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα”.


Θα ‘ναι φαίνεται, στη μοναξιά και στον άνισο αγώνα που ξυπνάει όλος ο άντρας. Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε – όπως άλλους ένα εικόνισμα. Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμενε παρά να τα “γεμίσω”, όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφησιά στις βόμβες και στο θάνατο. Να ‘χεις βγάλει τον εαυτό σου τον πραγματικό, από τον άλλο τον καθημερινό, έξω, και να τον βλέπεις αντίκρυ σου άτρωτον, άφθαρτον, προσιτό στα μέλλοντα όπου πια εσύ δε θα συμμετέχεις, τι ανακούφιση! Αλλά δεν είχε γίνει τίποτε τέτοιο. Κι έπρεπε, έπρεπε να γίνει. Γάντζωνα τα νύχια μου στο σεντόνι. Παραληρούσα. Ύστερα ήρθανε, φαίνεται, μέρες που  έχασα τη μιλιά μου εντελώς, το μόνο που θυμάμαι είναι ένα μικρό φως πάνω απ'τα μάτια μου, που το μετακινούσανε από δω κι από κει, για να εξακριβώσουν αν είμαι σε θέση να το παρακολουθώ.


Τη συνείδησή μου την ξαναβρήκα μια νύχτα που ήρθανε να με πάρουν για να με πάνε στο διπλανό καμαράκι, ένα χώρο λίγων τετραγωνικών μέτρων με δυο κρεβάτια μονάχα, όπου- το είχα ακούσει όταν πρωτομπήκα στο νοσοκομείο- απομονώνανε τους μελλοθάνατους. Α όχι. Αυτό , ποτέ. Μεμιάς η γλώσσα μου λύθηκε. Βρήκα τη δύναμη να διαμαρτυρηθώ, ν'αρνηθώ, να φωνάξω, ακόμη και να χτυπήσω μιαν από τις νοσοκόμες που με είχε πάρει από συμπάθεια και πάσχιζε η δόλια, κλαίγοντας, να με πείσει "για το καλό μου". Όχι. Δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα. Φύλαγα τη θέση μου ανάμεσα στους ζωντανούς σαν το σκυλί.Την άλλη μέρα, όταν είδα να με πλησιάζει ένας παπάς με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, και οι άλλοι άρρωστοι, θαρρώ, γελούσανε. Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έκλαιγα. Οι γιατροί μαζεύτηκαν γύρω μου, κάτι είπανε μεταξύ τους, και στο τέλος ένας απ’ αυτούς μου έκανε μια ένεση. Βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα – κάτι απίστευτο – ξύπνησα σχεδόν απύρετος. Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει.


Και τώρα, βέβαια, που γράφω, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ. "

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

ομίχλη

Έχει πολλή ομίχλη έξω. Βέβαια χάρη σε αυτήν την υγρασία δεν πιάσαμε ακόμη εκείνα τα μονοψήφια νούμερα κοντά στο μηδέν, Νοέμβρη μήνα.
Αυτή η εβδομάδα είναι , όπου και να κοιτάξεις. γεμάτη πεσμένα φύλλα όλων των αποχρώσεων.Περισσότερο μου αρέσουν τα πιο σπάνια, τα κόκκινα. Το καλοκαίρι πρέπει να είναι ελληνικό, αλλά το φθινόπωρο πρέπει να κουβαλά τα χρώματα που έχει εδώ στο Βορρά. Μου αρέσει να περπατάω πάνω στα φύλλα με την τρελή χαρά του Μπουσκάλια και να ακούω εκείνο το χαλαρωτικό φρρρ φρρρ φρρρ που κάνουν με το σύρσιμο των παπουτσιών μου, μου αρέσει να τα μαζεύω και να τα χώνω ανάμεσα στα βιβλία μου, μου αρέσει να ξεκλέβω λίγα δευτερόλεπτα από τη δουλειά μου και να τα χαζεύω καθώς στροβιλίζονται όταν πέφτουν







.......

Σήμερα ξύπνησα με μια διάθεση "αλλού". Μετά η μέρα συνάντησε την πραγματικότητα με παράξενα διλήμματα.
Έχω μια φυσική αταλαντοσύνη στο να αντιμετωπίζω το απρόοπτο.
Όμως όταν σχεδιάζω στο μυαλό μου όλες τις πιθανές εκδοχές, τότε κάπως μπαίνει ο κόσμος μου σε τάξη, ακόμη και ο διαλυμένος.

......
Μη μου αρχίσετε τα είσαι αλλού. Η "εδώ" έκφραση δεν μπορεί να αναπαράγει διαρκώς τα δελτία ειδήσεων, την αγωνία και την μονομερή θεώρηση της ζωής μας.

 Κλείνω με έναν πίνακα του Giovanni Segantini ενός χειμωνιάτικου τοπίου