Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Παλιοί και νέοι φόβοι

Η μέρα σήμερα είναι δροσερή και συννεφιασμένη, νιώθω έντονα την αλλαγή της εποχής, φοράω κάτι όμορφα ζεστό και μια ερώτηση οδηγεί τη μνήμη πίσω, σ' ένα άλλο εγώ...Μακρινό και ξεχασμένο.
Θυμάμαι δεν είχα κλείσει τα 20 όταν ο Δ με ρώτησε τι είναι αυτό που φοβάμαι περισσότερο και του απάντησα με τον αυθορμητισμό της ηλικίας μου "τη μέρα που δε θα με σκέφτεται κανείς".

Μετά από λίγες μέρες τριγυρνούσαμε μαζί σε ένα λούνα παρκ, περνούσαμε χαλαρά και ξένοιαστα, όταν ο Δ μου χάρισε έναν στο κέντρο χτυπημένο στόχο, με τη χειρόγραφη σημείωση " μην ανησυχείς, πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα σε σκέφτονται"
Σήμερα πια δε με νοιάζει αν υπάρχουν άνθρωποι που με σκέφτονται. Συμφιλιώθηκα με πολλές ελλείψεις στη ζωή μου. Έχασα πολλά από τον παλιό μου αυθορμητισμό. Έμαθα να μην απαιτώ και να μη ζητάω. Κι έμαθα πως υπάρχει πάντα η έξοδος διαφυγής
Τον έχω ακόμη τον στόχο εκείνο, μαζί με λιγοστά ενθύμια, στο συρτάρι του παλιού μου γραφείου σ'ενα ακατοίκητο σπίτι που κάποτε στέγασε πολλά όνειρα και δεν είδε κανένα να πραγματοποιείται. Αλλά δεν είναι όλα τα όνειρα για να πραγματοποιούνται, όπως δεν είναι και για να μένουν στάσιμα.
Αυτό που ξέρω είναι, πως μια μέρα θα μπω σ'εκείνο το σπίτι, με δυο - τρεις εργάτες και θα ζητήσω να με απαλλάξουν απ' όλο το περιεχόμενό του, δίχως να ανοίξω κανένα συρτάρι, καμία ντουλάπα... δίχως δεύτερη σκέψη. Γιατί δεν θα υπάρχει δεύτερη σκέψη.
Μετά θα πουλήσω το σπίτι και θα φύγω.
Δεν ξέρω για πού.

Πριν λίγες μέρες ρωτήθηκα τι ορίζω ως μοναχική ζωή. Αλλά δεν μπορούσα να απαντήσω με δυο λέξεις.

Χωρίς μεγάλες αναλύσεις θα όριζα ως μοναχική ζωή αυτήν που ο άνθρωπος απέχει από επιλογή ή από ανάγκη τόσο από την ανθρώπινη επαφή ( που μπορεί να είναι και τελείως επιφανειακή) , όσο και από τις ανθρώπινες σχέσεις.

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ζήσω έτσι. Δεν το έχω δοκιμάσει. Δεν το γνωρίζω.

Νομίζω πως είναι θέμα εσωτερικής πληρότητας.

Φέρνω στο νου κάτι γεροντάκια, κάτι καλόγερους σε μοναστήρια ερημικά, μόνοι με τη συντροφιά κάποιου ζώου ή και χωρίς αυτήν σε απόλυτη αρμονία με τον κόσμο, τη ψυχή τους, το Θεό.
Είναι σημαντική αυτή η πίστη σε μια ανώτερη δύναμη.
Σε κρατά εκεί που πας να πέσεις. Σε στηλώνει.

Μα αν τη χάσεις;
Κι αν χάσεις και τη μοναδική σχέση αγάπης που ορίζει τη ζωή σου;

Μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος. Μοναξιά είναι να νιώθεις μόνος.

Αν με ρωτούσε σήμερα κάποιος τι φοβάμαι περισσότερο, θα απαντούσα "την αρρώστια που θα με οδηγούσε σε εξάρτηση από τους άλλους".
Η μόνη μου έγνοια για το μέλλον είναι να μπορέσω να φύγω δίχως ποτέ να γίνω βάρος σε κανέναν. Δίχως ποτέ την ανάγκη κάποιου.
Όρθια.
Έχοντας τον απόλυτο έλεγχο του σώματος και του μυαλού μου.
Μπορεί να ακούγεται εγωιστικό...μπορεί να είναι. Σίγουρα είναι δείγμα της απομάκρυνσης μου και της μη πίστης μου στους ανθρώπους.

Αλλά ελπίζω να γίνει έτσι.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

η νύχτα της πανσελήνου

Το φετινό καλοκαίρι παράπαιε συνεχώς ανάμεσα σε ένα νεοσύστατο, πρωτόγνωρο πάθος και σε μία βασανιστική αδράνεια που έμοιαζε να μην έχει τέλος.

Να μην έχει τέλος...ακόμη και τώρα

Που μπαίνω σε αυτό το μαυσωλείο - φυλακή και μια σκιά καλύπτει την ψυχή μου. Αν υπάρχει αυτό το μέρος πάνω μας...μέσα μας. Ψυχή....Ποιος το σκέφτηκε; Μπορώ να καταλάβω την πνοή μέσα μου, τη σκέψη, το συναίσθημα....αλλά ψυχή; Ποιος μπορεί να την προσδιορίσει ;



Ο ύπνος δύσκολος....ένα μωρό στριγγλίζει...φορώ τις ωτασπίδες μου....κι αναπολώ τις μέρες που για κάποιον λόγο θα θυμάμαι απο τούτο το παράξενο καλοκαίρι...Τις νύχτες που θα θυμάμαι.


Νύχτες με πανσέληνο και βόλτα σε αρχαία λιθόστρωτα. Λίγο πριν κάποιος προσπαθεί με ένα ψέμα να μου φτιάξει τη διάθεση. Δεν το κάνει από κακή πρόθεση αλλά δεν αντέχω αυτή τη μηδαμινότητα του συναισθήματος. Και δεν θέλω να εξηγήσω. Δεν θέλω να εξηγώ.

Πονάει....

Μια αφίσα μου τραβάει την προσοχή. Μοιάζει με οιωνό. Να μείνω;

Στην ταινία...στη ζωή σου....να μείνω;

Δε μου ταιριάζουν οι ώρες. Ήδη έχω περπατήσει πολύ και θέλει άλλη μια ώρα για την επόμενη προβολή . Μετα από έναν στιγμιαίο δισταγμό απομακρύνομαι.Με βαριά καρδιά. Βαδίζω νωχελικά προς το σταθμό δίχως να βιάζομαι καθόλου. Επιβιβάζομαι και φέρνω στο νου την επιστροφή.

Δεν την αντέχω. Κατεβαίνω στην πρώτη στάση.
Φταίει η πανσέληνος, φταίει η κουβέντα....δεν ξερω τι φταίει, αλλά δεν την αντέχω σήμερα την επιστροφή.

Βαδίζω ακόμη λίγο στις πέτρες του παρελθόντος μέχρι να έρθει η ώρα της προβολής.

Το αγιόκλημα, βαρύ, πνίγει κάθε άλλη μυρωδιά. Μια αγαπημένη μελωδία απλώνεται παντού και η σκέψη ακινητοποιείται. Δεν υπάρχει πριν, δεν υπάρχει μετά...δεν υπάρχει τίποτα εκτός από εκείνο το άρωμα κι εκείνη τη μελωδία.

Τα βλέφαρα βαραίνουν. Όλη τη μέρα σε εγρήγορση, τώρα βαραίνουν

Η ταινία κυλάει.....δεν τη θυμόμουν καλά....όμορφη είναι, χωρίς περιττό βάρος



Επιστρέφω και τα φύλλα θροΐζουν. Ένα ελαφρύ αεράκι περνάει από ανάμεσα τους και τα κάνει να ψιθυρίζουν δικές τους μελωδίες. Δε θέλω να τελειώσει αυτή η νυχτερινή μου περιπλάνηση. Θα μπορούσα να περπατώ για πάντα κάτω από αυτα τα δέντρα...αρκεί να μην έφτανα πουθενά. Δε θέλω να φτάσω πουθενά.

Κυριακή 17 Αυγούστου 2008

αλλαγές

"Κι αφού οι πόλεις που επισκέφτηκα δεν φαίνεται να είναι πια εκεί, δεν είμαι πια καθόλου σίγουρη ότι κι εγώ πέρασα από αυτές. Ίσως αυτό που λένε πως το παρελθόν δεν είναι παρά ένα όνειρο να είναι η αλήθεια, κι εξάλλου μόνο φήμες είναι πια η αλλοτινή βεβαιότητα ότι υπήρξα κάποτε ως ταξιδιώτισσα στους σκονισμένους δρόμους της Σαγκάης και του Πεκίνου. Αφού τίποτε εκεί δεν μου θυμίζει τους τόπους που επισκέφτηκα και τίποτε σε μένα δεν θυμίζει εκείνο το νεαρό κορίτσι."

Γράφει η Κάτια Δημοπούλου στο editorial του τέσσερα, καθώς προσπαθεί να αναγνωρίσει στην Κίνα του σήμερα αυτήν που επισκέφτηκε πριν από 23 χρόνια...και τίποτα οικείο, τίποτα που θα μπορούσε να ξυπνήσει μνήμες δε βρίσκει. Είναι τόσο ταχεία η ανάπτυξη αυτών των χωρών τις τελευταίες δεκαετίες που για τον χτεσινό ταξιδιώτη μοιάζουν με "άγνωστη γη".

Όμως το ενδιαφέρον στην παραπάνω πρόταση δεν βρίσκεται κατά τη γνώμη μου στις αλλαγές που συμβαίνουν έξω από μας, αλλά σε εκείνες που γίνονται μέσα μας και κάνουν τα πάντα να μοιάζουν ξένα...τελείως ξένα. Ακόμη κι ο εαυτός μας.

Έχω κάνει ανάλογες διαδρομές στο παρελθόν μου...και ναι, ειμαι εγώ....αλλά ό,τι ήταν τότε υψίστης σημασίας...άνθρωποι, ζώα, τόποι, καταστάσεις...απλά δεν υπάρχουν. Υπάρχουν κάποιες εικόνες τους...θολές κι αυτές....αλλά μοιάζουν ξένες....μοιάζουν να μη με αφορούν.
Καμία συγκίνηση στην ανάμνησή τους. Κανένα συναίσθημα.
Σαν μια ταινία κινηματογραφική με ξένους πρωταγωνιστές.

Ζούμε πάντα το τώρα μας. Η επίδραση του παρελθόντος υπάρχει μονάχα σε ό,τι γίναμε. Και σταματά εκεί

Δε θα έλεγα πως "τίποτα σε εμένα δε θυμίζει εκείνο το κορίτσι"....υπάρχουν πολλά που μου το θυμίζουν....αλλά δεν είμαι πια εκείνο το κορίτσι. Όπως δεν είναι και τα πρόσωπα που κάποιον ρόλο παίζουν ή έχουν παίξει στη ζωή μου, ίδια μ' εκείνα του παρελθόντος.

Όλα έχουν μεταμορφωθεί, θα μπορούσαμε να πούμε και εξελιχθεί....και μαζί με αυτά και οι σχέσεις μας.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Ανάγκες και ευτυχία

Ξεφυλλίζω γυναικείο περιοδικό, όπου ανάμεσα σε δίαιτες, που σε τρεις ημέρες υπόσχονται την απώλεια 5 κιλών (πώς θα συμβεί αυτό ζώντας έστω ελάχιστα μια φυσιολογική ζωή δεν μπορώ να φανταστώ...απ' ότι γνωρίζω για να χάσει κανείς 5 κιλά σε 3 ημέρες θα πρέπει εκτός απο το να πεθάνει της πείνας να κάνει και σκληρή γυμναστική για κανένα 8ωρο κάθε μέρα), ανάμεσα λοιπόν σε θαυματουργές δίαιτες, ανάμεσα σε επεμβάσεις που χαρίζουν ατελείωτους οργασμούς και σε άλλες που υπόσχονται ένα αιώνια νεανικό πρόσωπο....ανάμεσα σε παρόμοια θέματα που επαναλαμβάνονται διαρκώς στα συγκεκριμένα έντυπα, ξεχωρίζω ένα άρθρο που αναφέρεται στη σύνδεση της προσωπικής μας ευτυχίας με την οικονομική ευημερία.
Σύμφωνα λοιπον με μια έρευνα στο Πρίνστον, το ποσό των χρημάτων που απαιτείται για μια ζωή με ικανοποίηση βρίσκεται λίγο πιο πάνω απο το μέσο εισόδημα όλων των ανθρώπων κάθε χώρας. Που σημαίνει πως όπου κι αν ζει κάποιος, αν στη σκάλα του εισοδήματος του έχει καταφέρει να ξεπεράσει έστω και λίγο το μεσαίο σκαλί, δεν εξαρτάται πλέον από τα επιπλέον χρήματα η ευτυχία του. Εξαρτάται από άλλους παράγοντες, αλλά όχι από τα επιπλέον χρήματα.

Δεν έχω λόγο να διαφωνήσω με την έρευνα. Ίσως πράγματι στις αναπτυγμένες κοινωνίες η σχέση του χρήματος με την ευτυχία να ορίζεται κάπως έτσι.
Βεβαία ανατρέχοντας με το μυαλό μου σε πρωτόγονες κοινωνίες, δε θεωρώ τη σύνδεση της ευτυχίας με την οικονομική άνεση, και ειδικότερα με τα χρήματα, απαραίτητη. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και κύρια από το τι αντιλαμβάνεται ο καθένας μας ως ανάγκη για να συνδέσει ευτυχία και χρήματα.
Αλλά ίσως κι εκεί, ακόμη και στις πρωτόγονες κοινωνίες, αυτός που έχει τα λίγο περισσότερα, να γίνεται πιο εύκολα ευτυχισμένος.

Πριν λίγες μέρες με ρώτησε ένας φίλος τι είναι για μένα το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή...δεν ειχα πολύ χρόνο να απαντήσω και με μια επιφύλαξη του είπα η συναισθηματική ευτυχία. Οι σχέσεις αγάπης με ανθρώπους που παίζουν έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή μου. Φυσικά συμπλήρωσα.....η απάντηση μου δίνεται με βάση του τι μου λείπει τώρα αλλά και του τι έχω τώρα. Δεν πεινάω, δεν είμαι στο δρόμο, έχω μια σταθερή δουλειά με ένα όχι μεγάλο αλλά ικανοποιητικό για να ζήσει κανείς, εισόδημα....που σημαίνει οι βασικές μου ανάγκες είναι καλυμμένες και μπορούν να με απασχολούν οι ας πούμε πιο δευτερεύουσες. Δεν μπορώ να με φανταστώ εάν πεινούσα, ότι θα έδινα την ίδια απάντηση.

Στο ίδιο λοιπόν κείμενο...επανέρχομαι στο περιοδικό....αναφέρεται και μια κλασική, όπως χαρακτηρίζεται, πυραμίδα των Ανθρώπινων Αναγκών ενός Άμπραχαμ Μάσλοου που σχεδιάστηκε την δεκαετία του '50.
Στη βάση αυτής της πυραμίδας οι ανάγκες κατατάσσονται ιεραρχημένα με την εξής σειρά:
οξυγόνο, νερό, τροφή, σεξ, καταφύγιο, ζεστασιάΑυτό το σεξ στη βάση....με ξενίζει λιγο...το θεωρούσα πολύ πιο δευτερεύουσα ανάγκη
Στο αμέσως επόμενο επίπεδο τοποθετούνται οι ανάγκες της ασφάλειας:
προστασία απο τα στοιχεία της φύσης, ασφάλεια,τάξη, νόμος, όρια
Δεν μπορώ να κρίνω τον εμπνευστή αυτής της πυραμίδας, αλλά κι εδώ κάποιες έννοιες μου φαίνονται αταίριαστες, να βρίσκονται τόσο χαμηλά...άρα να κρίνονται τόσο αναγκαίες...η τάξη ας πούμε...ο νόμος
Το επόμενο επίπεδο της πυραμίδας αναφέρεται στις συναισθηματικές ανάγκες:
οικογένεια, ομάδα, σχέσεις, αγάπηΚι εδώ σκέφτομαι πως μάλλον σωστά απάντησα στην ερώτηση του φίλου μου
Και τέλος στην κορυφή βρισκεται η ανάγκη της αυτοπραγμάτωσης, της εκδήλωσης του προσωπικού δυναμικού κτλ
Πουθενά δεν αναφέρεται η συσσώρευση πολλών αγαθών ως στοιχείο απαραίτητο για την ευτυχία του ανθρώπου. Κι όμως.... πόσο έντονη είναι η επίδραση πάνω μας τόσων καταναλωτικών προτύπων, που δημιουργούν καθημερινά νέες, επίπλαστες ανάγκες και πόσοι από μας έχουν τη σύνεση, τη δύναμη, την ωριμότητα να τις αντιμετωπίσουν κριτικά και να τις αξιολογήσουν ανάλογα!

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2008

θυμάμαι

ήτανε κάτι πιθηκάκια θυμάμαι, που τρέχανε από πάνω μας και μας κοιτούσανε χωρίς περιέργεια σε μια απόλυτα φυσική συνύπαρξη
ένα αδιάκοπο πέρα δώθε πάνω στις στέγες και τα μπαλκόνια κάτω από το ζεστό αφρικάνικο ήλιο

αφηρημένα το βλέμμα ακολουθούσε την πορεία τους ενώ η συζήτηση είχε αρχίσει να χαράζει μονοπάτια μιας άλλης ζωής

ο ωκεανός είχε ένα καθόλου ελκυστικό γκρίζο που μας έδιωχνε από τη συντροφιά του

άλλωστε τον αχό του τον ακούγαμε και σε μικρή απόσταση από κείνον

ένα βίαιο νανούρισμα

θυμάμαι

θυμάμαι την απουσία του συναισθήματος δίπλα στα τεχνητά γαλάζια νερά

δεν κάνω πολλές αναδρομές τελευταία, ποιο το νόημα άλλωστε
αλλά θυμάμαι καλά, θυμάμαι πως ήμουν ήδη σε ένα μετά και πως δεν ανήκα πουθενά

σ' ένα μεταίχμιο των εντός μου εποχών

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

πατρίδες

Μεγάλωσα χωρίς πατρίδα ...


αν η πατρίδα πρέπει να χωρέσει στα στενά πλαίσια ενός τόπου πιο μικρού από τη γη

Πιο σωστά...ο τόπος που ένιωθα σαν παιδί ως πατρίδα, ήταν καταδικασμένος από τους γύρω να μην θεωρείται ως τέτοιος


Κι ας είχε πράσινα λιβάδια και δάση με έλατα και κελαρυστά ποταμάκια και λόφους με αμπέλια και φίλους με γέλια και...και...
Και ας έπλαθε μέρα με τη μέρα τρυφερές παιδικές αναμνήσεις με υλικό βγαλμένο σαν από παραμύθι.


Όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι, υπήρχαν φορές που στο σπίτι μιλούσανε για μια χώρα- μαγική ακούγονταν- την επισκεπτόμουν τα καλοκαίρια, αυτήν που έπρεπε να θεωρώ πατρίδα....Την περιέγραφαν με όμορφα χρώματα, ελκυστικά....μα εγώ στις διακοπές μου αντίκριζα έναν τόπο ξερό, φτωχό, που ψηνόταν κάτω από τις δυνατές ακτίνες του ήλιου, με χωμάτινους δρόμους και παράξενα εκδηλωτικούς ανθρώπους......όσο και αν προσπαθούσαν οι γύρω να με πείσουν πως αυτός ο τόπος έπρεπε να περάσει μέσα μου σαν κάτι δικό μου, η σχέση μου μαζί του ήταν σαν αυτή της κόρης με τη μητριά.



Μπορούσα να τον σέβομαι, μα δεν μπορούσα να τον αγαπήσω

Εμένα τα βιώματά μου, τα παιδικά, αλλού λάβαιναν μέρος. Άλλης γης αέρα ανέπνεα


Πριν όμως ακόμη ολοκληρωθεί το διάστημα της ζωής μου που ονομάζεται παιδική ηλικία, έπρεπε να εγκαταλείψω ό, τι γνώριζα μέχρι τότε ως πατρίδα και να αποδεχτώ τη μητριά ως μάνα.


Δεν μπορούσα...δεν μπόρεσα ποτέ

Γη, τόποι, καθημερινές εικόνες, συνήθειες, φίλοι ...όλα κατοικούσαν αλλού



Το μόνο που κατάφερα ήταν να αποδεχτώ ότι κάποια πράγματα στη ζωή μας δε διακρίνονται από σταθερότητα, αλλά μεταβάλλονται και ότι τίποτα δε θα πρέπει να το θεωρούμε δεδομένο.


Κι ένα από αυτά είναι ο τόπος μου μένουμε



Η μόνη σταθερά μου ως παιδί, ήταν τα πρόσωπα της οικογένειάς μου. Αυτά πήγαιναν μαζί μου.
Αργότερα χρειάστηκε να απομακρυνθώ κι από αυτά...
Για πολλούς ανθρώπους ούτε κι αυτά είναι σταθερές στη ζωή τους.



Κάπου είχα διαβάσει πως ένας από τους παράγοντες που δείχνουν την ευφυία του ανθρώπου είναι η προσαρμοστικότητά του σε διαφορετικές συνθήκες.
Θαυμάζω τους ανθρώπους που μπορούν και ξεκινούν τη ζωή τους κάτω από πολύ δύσκολες και άγνωστες συνθήκες από το μηδέν
Αν μη τι άλλο, η ικανότητα αυτή δείχνει δύναμη ψυχής




Τα χρόνια πέρασαν για μένα σε αυτόν τον τόπο, τον ξένο αρχικά... Η παιδική ηλικία αποτελεί πια μακρινή ανάμνηση. Τόσο μακρινή που μοιάζει ξένη. Έμαθα να αγαπώ κάποια στοιχεία αυτού του τόπου. Λάτρεψα τον ήλιο. Ερωτεύτηκα τη θάλασσα και τα νησιά μας.


Αλλά ως εκεί...

Το αίσθημα του τόπου του "δικού" συνεχίζει να μην υπάρχει

Όλη η γη ....πατρίδα. Όλοι οι άνθρωποι με τον έναν ή άλλο τρόπο δικοί.... με τον έναν ή άλλον τρόπο ξένοι.


Oι τόποι αλλάζουν στη ζωή μας. Και μαζί οι φίλοι, οι συνήθειες, ο τρόπος αντιμετώπισης καθημερινών καταστάσεων...

Δεν υπάρχουν ρίζες, πάρα μόνο τόποι

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

απο τα "ανοιχτα χαρτια"

"Να 'χεις ή όχι γράψει ποιήματα δεν έχει τόσο σημασία, όσο να' χεις υποφέρει, παθιαστεί, σκιρτήσει γι' αυτά που, έτσι κι αλλιώς, οδηγούν στην Ποίηση. Ο αέρας της ζωής σε χτυπά πριν από το υλικό της σώμα, όπως το άρωμα μιας γυναίκας πριν από την πραγματική παρουσία της. Απομένει η αγκαλιά, ο έρωτας.
.......................................................................
Η ιστορία αυτή αρχίζει από την ημέρα που κοίταξα τη μοίρα μου καταπρόσωπο και την αποδέχθηκα. Θέλω να πω, που χώρισα οριστικά τις ευθύνες μου από τις οικογενειακές παραδόσεις, τα πανεπιστημιακά εύσημα και τις φιλοδοξίες για κοινωνική σταδιοδρομία, που παράτησα τις εκλογικεύσεις μου και είπα: χίλιες φορές καλύτερα να δοκιμαστείς σε κάτι και ν' αποτύχεις παρά να μείνεις εδώθε από τον κίνδυνο και να βολευτείς μες στην αφάνεια. Είναι όμως τόσο λίγο δική μου, όσο λίγο είναι η ίδια η ψυχή μας απέναντι στις άγνωστες δυνάμεις που την κατευθύνουν.
.......................................................................
Με την αναγωγή του αυθαίρετου σε δόγμα, ο Υπερρεαλισμός καταλάβαινα ότι μου έλυνε, κυριολεκτικά, τα χέρια. Ό,τι ήθελα, έκανα. Κάτι που μ' έβλαψε, βέβαια, όταν αναλογιστεί κανείς πόσο με απομάκρυνε από την έμφυτη τάση μου που είχα να οργανώνω τα ποιήματά μου και να τα ελέγχω αισθητικά, που με ωφέλησε όμως, αδιαφιλονίκητα, προς την κατεύθυνση της τόλμης κι άνοιξε πόρτες απίθανα μεγάλες στον κατατυραννισμένο μου ψυχισμό. Τι να γίνει. Με το δηλητήριο πάντοτε υπάρχει και η μέθη. Κι όταν είσαι είκοσι δύο χρονών...Αλλά επάνω σ' αυτό θέλω να προσθέσω κάτι.
Αισθανόμουνα, όσο περνούσε ο καιρός, ότι δεν ήμουν καθόλου "φιλολογικό ζώο". Δεν είχα τίποτε από τις συνήθειες ή τις μικρές μανίες της προηγούμενης γενεάς. Δεν κρατούσα ημερολόγια, δε διατηρούσα αρχεία, δε μου άρεσαν οι απαγγελίες και οι φιλολογικές βραδιές, απεχθανόμουνα τα μποέμικα ντυσίματα και οπωσδήποτε αδιαφορούσα εαν ήξερε ή όχι το κορίτσι μου ποιος είναι ο T.S. Eliot. Οι νέοι φίλοι την απόσπασή μου αυτή από το σχήμα, την άρνησή μου μου να ενσαρκώνω και εξωτερικά τον τύπο του ποιητή, δεν τα βλέπανε διόλου με καλό μάτι. Θα πρέπει να' μουνα πολύ "μπουρζουάς", και πάντως ψυχρός άνθρωπος, για να μην πετιέμαι στη μέση μιας συγκέντρωσης, όλος φλόγα και πάθος, για ν' απαγγείλω στίχους. Θεέ μου, τι δύσκολο που είναι να συνεννοηθούνε οι άνθρωποι. Αλλά ίσα-ίσα ένα νέο πνεύμα στην ποίηση θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να συμβαδίζει με μια νέα στάση. Κι ακριβώς επειδή δε χώνευα τους μπουρζουάδες δεν ήθελα να τους προσφέρει γραφικότητα ο ποιητής. Α ναι, χίλιες φορές καλύτερα ν' απομονωθώ - κι έβλεπα το ενδεχόμενο- παρά να παθαίνω κάθε βράδυ αλλεργία.
..........................................................................
Παρ' όλα όσα λένε, η νεότητα δεν είναι πάντοτε σ' όλες τις εποχές, η ίδια. Μέσα στην αγκαλιά μιας ερωμένης οι εικοσαετείς όλων των αιώνων και όλων των πολιτισμών μπορεί για μια στιγμή να εξομοιώνονται. Από κει και πέρα όμως η ιδεατή αυτή δικαιοσύνη δε διαρκεί. Το ποσοστό της πιθανής γοητείας το ορίζει ο κλήρος μιας εποχής, όμως κι αυτό ποιος θα μπορέσει να το προσμετρήσει; Αόρατα χέρια, χωρίς να μας ρωτήσουν, στήνουν τα σκηνικά όπου θα διαδραματίσουμε το ρόλο μας, και δεν είναι καθόλου, φυσικά, το ίδιο να ξυπνάς ανάμεσα σε παραρτήματα που διαλαλούνε πολέμους ή να πίνεις τον πρωινό καφέ σου χωρίς αμφιβολίες για το αυριανό σου εικοσιτετράωρο, ακόμη κι αν δεν είσαι παρά ένας απλός συλλέκτης γραμματοσήμων.
Εμείς που ζήσαμε, απ' τα είκοσι ως τα τριάντα μας, ανάμεσα σε δυο κινδύνους εκείνο που ξέρουμε είναι η ένταση του λευκού μπροστά στο πιθανό μαύρο, η προσπάθεια να διασώσουμε κάθε στιγμή ελεύθερη, και να γευτούμε αυτή τη στιγμή - την ακριβή - ως τα κατάβαθά μας. Και ακόμη, μιαν άλλου είδους ένταση. Πώς, με ποιον τρόπο, ν' αλλάξει η πραγματικότητα. Ω ναι, οι πιο πολλοι - οι πιο πραχτικοί - την είχανε πιάσει από τα πόδια. Εμείς αποβλέπαμε στο κεφάλι.
...........................................................................
Όντας στον ελάχιστο βαθμό ποιητικός, αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ποίηση, με τον ίδιο τρόπο που, όντας στον ελάχιστο βαθμό "πατριώτης", αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ελλάδα.
................................................................................

Έχω συλλάβει τη μορφή μου κάπου ανάμεσα σε μια θάλασσα, που ξεπροβάλλει από το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς, και σ΄ ένα κορίτσι ξιπόλυτο, που του σηκώνει ο άνεμος το ρούχο, μια στιγμή τύχης που αγωνίζομαι να αιχμαλωτίσω και της στήνω καρτέρι με λόγια ελληνικά.
Να τι είδους είναι ο ελάχιστος καμβάς όπου μπορεί επάνω του να κεντηθεί το ιδεόγραμμα της ζωής μου, που ωστόσο, αν έβρισκε κανείς ότι αξίζει τον κόπο να το αναλύσει, θα΄φτανε να σχηματίσει ένα χώρο, που η σημασία του δε βρίσκεται στα στοιχεία τα φυσικά που τον απαρτίζουν, αλλά στις προεκτάσεις και στις αντιστοιχίες τους μέσα μας, ως τις απώτατες άκριες, έτσι ώστε, σε τελικήν ανάλυση, ολόκληρο το νόημα του οράματος να συγκεντρώνεται στην καθαρότητα ψυχής που προϋποθέτει, για να γίνει ευανάγνωστο και κατανοητό. Πρέπει να'χει φοβούμαι, πεισθεί κανένας προηγουμένως ότι η ψυχική διεργασία που απαιτείται για να συλλάβει έναν άγγελο είναι πολύ πιο επώδυνη και τρομαχτική από την άλλη, που κατορθώνει να εκμαιεύει δαιμόνους και τέρατα, για να μπορέσει να καταλάβει τι θέλω να πω.
...........................................................................................................

Αν εμίλησα στην αρχή για κορίτσι και για εκκλησία με κίνδυνο να φανώ ελάχιστα σοβαρός είχα το λόγο μου. Θα' θελα να τραβήξω το πρώτο μέσα στο δεύτερο και να το κάνω δικό μου, όχι διόλου για να σκανδαλίσω, αλλά για να ομολογήσω πως ο έρωτας είναι ένας, και μαζί για να κάνω πιο πυκνό το ποίημα, που θέλω, με τις ημέρες του βίου μου, ν'αποτελώ.
Κλωνάρια ροδιάς θα΄βλεπα τότε να ξεφυτρώνουν από το τέμπλο κι ο άνεμος να ψέλνει στο παραθυράκι με το κύμα όταν ο νοτιάς, πιο δυνατός, θα το βοηθούσε να καβαλήσει το πεζούλι. Σ' ένα τέτοιο πεζούλι αγγίχτηκα γυμνός κάποτε, κι ένιωσα να καθαρίζουνε τα σωθικά μου, σάμπως ο ασβέστης να΄χε διαπεράσει φύλλο - φύλλο με τις απολυμαντικές του ιδιότητες την καρδιά μου.
............................................................................................................
Αν υπάρχει, συλλογίζομαι, για τον καθένα μας ένας διαφορετικός , προσωπικός Παράδεισος, ανεπανόρθωτα ο δικός μου θα πρέπει να΄ναι σπαρμένος με δέντρα λέξεων που τ' ασημώνει ο άνεμος καθώς λεύκες, από ανθρώπους που βλέπουν να επαναστρέφει επάνω τους το δίκιο που τους έχει αφαιρεθεί, από πουλιά που ακόμα και μέσα στην αλήθεια του θανάτου επιμένουν να κελαηδούν ελληνικά, και να λεν "έρωτας", "έρωτας", "έρωτας".....

Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία. Η αίσθηση του "γυρισμού των πραγμάτων" μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ' αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλά ορθός - καθώς το θέλησα. Ένας αμετανόητα ερωτευμένος, που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω - κάτω και περιμένω....Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα, κάποτε πάλι δυο- τρεις στίχοι, πολλές φορές απλά και μόνον το καλοκαίρι."


Οδ. Ελύτης