Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

καθ'οδόν

Και κει που περνάς αμέριμνος μέσα από την παιδική χαρά στην πλατεία, πέφτεις πάνω σε ένα πολεμικό αεροπλάνο.

   


                            



Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

στη ν.ε.

 Η θάλασσα επιτέλους κάλμα , μια βελούδινη επιφάνεια μετά από  το προηγούμενο βράδυ, που μάτι δεν κλείσαμε με τον συναγερμό να χτυπά χωρίς λόγο αλήθεια, αλλά με τα βράχια μια ανάσα μακριά. Ο ήλιος στη δύση κοκκίνιζε τον απέναντι λόφο, μέχρι που κρύφτηκε και χάθηκε κάτω από τη θάλασσα. Μια παρέα χωριατόπαιδων πέφτανε με φόρα από την προβλήτα και κολυμπούσαν μέχρι το σημείο της αποβάθρας όπου οι κρίκοι για το δέσιμο των πλοίων τα βοηθούσαν να σκαρφαλώσουν με κόπο που μόνο τα παιδιά επιδιώκουν, ενώ παραδίπλα ήταν η πέτρινη σκάλα . Ξανά και ξανά  χωρίς αναπαμό,  τρέμανε από την προσπάθεια και τη δροσιά του απόβραδου.

Αφού τελειώσαμε με τα δεσίματα και τα μαζέματα, πλυθήκαμε, συγυριστήκαμε, ξεκινήσαμε για τα ταβερνάκια στην ακτή. Πέντε - έξι όλα κι όλα, πελάτης κανείς. Διάλεγες τραπέζι και άμμο και θάλασσα .

Ήρθε ο νεαρός σερβιτόρος  όχι τόσο για την παραγγελία, μα για να μάθει, να ρωτήσει, να χορτάσει την περιέργειά του. Διψούσε όπως εμείς πεινούσαμε. Το πλοίο, το ταξίδι, η αίσθηση ...είναι αυτή που υπάρχει εκεί στην άκρη του μυαλού μας ; Δεν ξέρω γιατί -ίσως εξαιτίας μου - η απάντηση δεν ήταν αυτή που θα έπρεπε.
Ένα πλήθος ρεαλιστικές εξηγήσεις δίχως μια σταλιά όραμα. Δίχως εκείνο το συνήθως ζωηρό, αλλά εκείνη τη στιγμή καλά κρυμμένο πάθος. Ο άνθρωπος ήθελε φτερά να πετάξει ...εκείνα τα σύμβολα που μας κρατούν ξάγρυπνους κάποιες νύχτες. Αυτά που σ'έφτασαν εδώ, που σε πήγαν παραπέρα.
Τις δυσκολίες (περιττές τέτοιες στιγμές) τις ξέραμε καλά και οι δυο μας.

Γιατί η  θάλασσα δεν είναι το ταξίδι. Η θάλασσα είναι μέσα στο μυαλό σου.
Για άλλους μπορεί να είναι  ένας ατελείωτος ορίζοντας. Για άλλους η ακτή που γλείφει το κύμα.
 Πιο πολύ όμως από τη θάλασσα, το πλοίο, το ταξίδι , τον ουρανό είναι αυτό το  μικρό σαράκι που σε οδηγεί άλλοτε μακρύτερα άλλοτε κοντύτερα στο πιο βαθύ σου σημείο, εκεί που έκρυψες την αγάπη.






Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

διαδρομές

Είναι από εκείνες τις καθώς πρέπει ώριμες κυρίες που γερνούνε όμορφα. Τα μαλλιά της ασημόγκριζα όμορφα χτενισμένα ,γκρίζο σακάκι και φούστα, φουλάρι ασορτί στα χρώματα της μπλούζας, όλα πάνω της αρμονικά και καλόγουστα. Και ευγένεια. Ένα από αυτά τα πρόσωπα που η ευγένεια είναι ορατή.
Κάποια στιγμή χτυπάει το κινητό . Νιώθει λίγο αμήχανα με το χτύπημα. Σύντομη συνεννόηση , κάποιον θα συναντήσει στη διαδρομή, το ξαναβάζει στην τσάντα.
Όταν πλησιάζουμε στον σταθμό της Αττικής ανήσυχη σηκώνεται από τη θέση της, το τηλέφωνο ξαναχτυπάει, πάλι αμηχανία, αντί να το απαντήσει ψάχνει με τα μάτια, βρίσκει το πρόσωπο που θέλει , το φωνάζει.
Ακούγεται ένα πολύ ωραίο όνομα.
Μια κοπέλα 30 ? 30 κάτι ? πλησιάζει... βλοσυρό πρόσωπο, αγέλαστο.
- Χαμήλωσε το λίγο, την παρακαλάει η ηλικιωμένη και της τείνει το κινητό, είναι πολύ δυνατά.
- Άλλες φορές λες ότι δεν το ακούς, μαμά, έρχεται απότομα η απάντηση, αγνοώντας το χέρι με το κινητό ενώ ταυτόχρονα απομακρύνεται . Το χέρι μένει ακόμη λίγο εκεί, στον αέρα,  τεντωμένο....
Κάτι πάει να πει η μητέρα, να δικαιολογηθεί, αλλά κι η επόμενη απάντηση είναι εξίσου σκληρή
και την κάνει να μαζευτεί στη θέση της σαν μαθήτρια που μόλις την μαλώσανε.
Σε κάθε στάση προσπαθεί να υποδείξει μια θέση που αδειάζει δίπλα, απέναντι, ενώ η Η  εντελώς αδιάφορα διαβάζει την εφημερίδα που κρατά δίχως να της δίνει σημασία.

.....
Δεν είναι μόνο η άνοιξη σκληρή, σκέφτομαι....