Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

κουβέντες

Κουβέντα με τη Χ :
"Δεν βγαίνουμε πια. Είμαστε πολύ στριμωγμένοι. Άλλαξα και το γάλα του μικρού.Δεν μπορώ να πληρώνω 1,15 , πήγα στο Lidl εκεί έχει το λίτρο 0,85.
700 γρμ μου ζητά κάθε μέρα. Δε βγαίνει"

Με τη Σ:
"Τρία σπίτια είμαστε. Δεν πήρα την απόσπαση. Τη μικρή την άφησα στη γιαγιά. Τη μεγάλη δεν μπόρεσα να τη βοηθήσω στη μετακόμισή της τώρα που πέρασε στη Σχολή. Έπρεπε να παρουσιαστώ στο νησί και να αναλάβω υπηρεσία. 47 έφτασα κι ακόμη τρέχω στα νησιά.   Δε φτάνει ο μισθός, όλα είναι πανάκριβα. Τρία σπίτια είμαστε"

Με τη Ν:
"Κρυώνω αλλά θα περιμένω ακόμη . Δε γίνεται να ανάψω από τώρα το καλοριφέρ. Δε θα τον βγάλω το χειμώνα"


.......

Όλες οι παραπάνω κουβέντες μου θυμίζουν έντονα ένα παραμύθι που μου μάθανε στο σχολείο. Κάποτε λέει ο λαός μιας μακρινής χώρας ζητούσε επίμονα ψωμί και οι ηγέτες του αναρωτιόντουσαν γιατί δεν έτρωγε παντεσπάνι

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

ρωγμή

μερικές μοναξιές πονάνε.
δεν έχουν σχέση με τα άδεια σπίτια και τα μοναχικά σου βήματα .
είναι αυτό το  "άσε με μόνο " το "δε θα με βρεις", είναι το "δεν θέλω να σου εξηγήσω"
(είναι το "παράτα με").
σιωπή κι αγωνία. μερικές φορές η ζωή μου γίνεται σιωπή κι αγωνία.
είναι τότε που μου περνά ο θυμός, το παράπονο, η θλίψη και σκέφτομαι μόνο τα δικά μου λάθη, τη δική μου παράνοια, τις δικές μου λάθος λέξεις.
είναι όταν ικετεύεις "μίλα μου" κι ο άλλος δεν το ακούει και τελικά του λες "δε με λογαριάζεις". με θυμό που μετανιώνεις

έξω ο κόσμος βγαίνει για ψώνια , χώνομαι ανάμεσά του, ψάχνω δήθεν για κάτι, ασήμαντο, επουσιώδες, ζαλίζομαι, γυρίζω πίσω
μερικές φορές είναι τόσο δύσκολο να ανασάνεις
πήρε ;

θυμάμαι μια νοεμβριάτικη νύχτα, έτσι για να γράψω κάτι, δεν υπάρχει πια ούτε η νύχτα, ούτε το " εγώ" εκείνης της νύχτας, το παλτό μου είχε γίνει μούσκεμα μέχρι τη φόδρα και οι μπότες μου τράβηξαν νερό, το πρόσωπό μου έκαιγε, δε θυμάμαι πόσο περπάτησα, ούτε καν τη διαδρομή, την επομένη πήγα πολύ αργά στο σπίτι, να μη με δει να μη με καταλάβει, εκείνη άκουσε το κλειδί "είσαι καλά;" δίχως να με δει και ξανά με αγωνία "είσαι καλά;"
πώς το ήξερε ; πώς το μυρίστηκε τόσα χιλιόμετρα μακριά ;

φυλάκισα εκείνο το όνειρο κάπου πολύ βαθιά , ή αυτό θα ζούσε ή εγώ, ήταν θέμα επιβίωσης.
καταλάβαινα βέβαια  ενστικτωδώς πως καταργώντας το με καταργούσα
δεν έχεις πάντα επιλογές
όταν πολλά χρόνια αργότερα, είκοσι χρόνια είναι αρκετά για να ξεχάσεις, δεν μπόρεσα να το βρω πουθενά, το είχε σβήσει η μνήμη , δεν ένιωσα την απαλλαγή από το βάρος του

μόνο μία κενότητα
όλη η ζωή είχε γεμίσει από αυτήν


ίσως γι'αυτό ταξίδευα πολύ , τρέχοντας πάνω κάτω τον πλανήτη έψαχνα ασυνείδητα να βρω εκείνο το νόημα που δε θυμόμουν καν, αν και περισσότερο τείνω να πιστεύω πως η κίνηση με κρατούσε  απασχολημένη.
ήταν ωστόσο ένας ξεθωριασμένος κόσμος αυτό που έβλεπα .

χρόνια μετά με ρώτησε "γιατί ήρθες ; "
τι να απαντήσεις ;
πως εκείνο το γρασίδι στην απέναντι όχθη ήταν επιτέλους πράσινο ;
ήταν η πρώτη ρωγμή

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

η φαντασία στους φόρους

To 1696 , και για περίπου 150 χρόνια , επέβαλαν στην Αγγλία υψηλό φόρο για τα παράθυρα στα σπίτια, αντιμετωπίζοντάς τα σαν είδη πολυτελείας. Όσο περισσότερα παράθυρα, τόσο ψηλότερος ο φόρος. Οι φτωχότερες και λαϊκότερες τάξεις αναγκάστηκαν τότε να χτίσουν τα περισσότερα παράθυρα τους ζώντας στο σκοτάδι και δίχως επαρκή αερισμό. Για να καλύψουν κάπως αυτήν την ασχήμια, ζωγράφιζαν ψεύτικα παράθυρα που ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να συναντήσει σε παλιά κτίρια στην Αγγλία.
 Σαν να μην έφτανε η προηγούμενη φορολόγηση, 50 χρόνια αργότερα επέβαλαν κι έναν δεύτερο φόρο που αυτή τη φορά είχε σχέση με το βάρος των τζαμιών. Βαριά τζάμια φορολογούνταν ακριβότερα.  Αποτέλεσμα να κατασκευάζονται και να προτιμώνται πολύ ελαφρά τζάμια.
Μόλις το 1851 καταργήθηκαν αυτοί οι δύο φόροι, χρονολογία που συνέπεσε με την φτηνότερη και ταχύτερη παραγωγή του γυαλιού .

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

αλλάζοντας ύφος

                

***Χαζεύω σ'ενα περιοδικό  εξώφυλλα της Vogue του 1920 , έχω μια αδυναμία στα vintage. Μερικά είναι μικρά έργα τέχνης και θα μπορούσαν άνετα να στολίσουν  έναν χώρο .  

***Αν βρεθώ στην περιοχή του Maastricht ξέρω ήδη πού θα διανυκερεύσω. Το ξενοδοχείο (άλλοτε παλάτι)  χρησιμοποιείται από τη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων ως χώρος πρακτικής εξάσκησης των φοιτητών και τους εχει δοθεί το ελεύθερο να διαμορφώσουν και να διακοσμήσουν τους χώρους όπως εκείνοι το επιθυμούν. 26 δωμάτια, το ένα εντελώς διαφορετικό από το άλλο εντελώς πρωτότυπα.


*** Οι μέρες μικραίνουν. Κασκόλ και καπέλα έχουν ήδη βγει από τις ντουλάπες.  Τα φύλλα των δέντρων βάφουν με τους χρωματισμούς τους τις μέρες και τις διαθέσεις. Όταν δεν κάνει τρομερό κρύο είναι μαγευτικά εκεί έξω

                     

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

για φυγές

Όταν φεύγεις από επιλογή , είναι εύκολο...κανείς δε σε κρατά κι αν το κάνει θα γίνει εχθρός σου.
Κι όταν μπορείς κάθε στιγμή να επιστρέψεις, τότε είναι ακόμη πιο εύκολο.
Με ένα αεροπλάνο, πλοίο, τρένο  είσαι πίσω όποτε θέλεις

Άλλοτε όμως δεν υπάρχουν επιλογές.Ούτε και δυνατότητα επιστροφής. Και τότε το χώμα που αφήνεις πίσω σου παίρνει τελείως άλλες διαστάσεις. Μυθικές.
Δεν ξέρω γιατί αλλά η σημερινή συζήτηση για την πατρίδα μού θύμισε το παρακάτω (αγαπημένο) απόσπασμα που θέλω να μοιραστώ :

Τα άστρα όλα έχουν βγει. Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα παιδικά όνειρά μας. Το κύμα χτυπά τη μάσκα του καϊκιού μας και τα κοιμίζει. Κοιμηθείτε όνειρά μας. Στην ξένη χώρα που πάμε, πρόσφυγες, τι άραγες να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν' ανατείλουν;
Η Λένα αποκοιμήθηκε. Ήθελε πολύ τον τόπο με το κοκκινόχωμα. Εκεί θα ζούσε με τον άντρα που θα 'παιρνε, και θα 'κανε πολλά παιδιά, και θα είχαν κουνέλια και περιστέρια κι άλλα πολλά. Όχι, η Λένα δε μελετούσε ταξίδια σε θάλασσες. Δεν ήθελε να τη χωρίσουν απ' τα Κιμιντένια. Δεν το ήθελε.
...............


Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρα μας.
Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ' τη στεριά τίποτα απ' τα Κιμιντένια. Μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους.
Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία : σαν ένας βώλος να είναι κάτω απ' το πουκάμισο του γέροντα.
-Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα. Ο παππούς φέρνει το χέρι του, το χώνει κάτω  απ' το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.
-Τι είναι;
-Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά α παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.
-Χώμα!

Ναι. λίγο χώμα απ΄ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό της λέει στον ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.
Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντίλι όπου είναι τυλιγμένο το χώμα. Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σαν να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί.
-Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα. Λίγο χώμα.

Ηλίας Βενέζης, Αολική Γη

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

εσύ

- αύριο θα έχει μισθό ;
- δεν ξέρω
- δουλειά ;
- να μη σε γελάσω
- έχω εκείνα τα χρήματα στην τράπεζα για μιαν ανάγκη
- ξέχασε τα . μπήκε κλέφτης και τα πήρε
- και τι έμεινε ;
- εσύ
- πατρίδα θα έχει αύριο;
- και βέβαια. μπορείς να την διαλέξεις
.............

 από τις γ'μέρες του Σεφέρη :

"Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω εντονότερο το συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσοι σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά δεν είναι ο τόπος μας αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό. Ωστόσο νομίζω πως αυτο το συναίσθημα, συνειδητό ή όχι- αδιάφορο, χαρακτηρίζει όσους από τους ανθρώπους μας των εκατό τόσων τελευταίων χρόνων αξίζει να τους λογαριάσει κανείς. Οι μεγάλοι κολυμπητάδες, που αγωνίστηκαν, όσο κρατούσαν τα μπράτσα τους, να φτάσουν και να ιδούνε από πιο κοντά αυτό το σκληρό νησί του Αιόλου, την άλλη Ελλάδα. (Όλοι τους βούλιαξαν...) "

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

πού να κοιτάξεις για λίγο φως ;

ήταν μια φορτωμένη εβδομάδα με πολλές έγνοιες και υποχρεώσεις που έληξε χτες  με μια σύντομη βόλτα στου Φιλοπάππου
τη μόνη στιγμή ανάπαυλας.
ανάσας
ξέρετε πώς είναι μια συννεφιαμένη μέρα στου Φιλοπάππου ;
ησυχία ανάμεσα σε φρέσκα αλλά και γέρικα πευκάκια, χώμα και κουκουνάρια και γκρίζες πέτρες.
 από την μεριά των Πετραλώνων, τα Πέτρινα με τα κεραμίδια στις στέγες.


μετά είδαμε τα πλοία. όχι αυτά που φεύγουν . τα δεμένα.
μια φορά σ'ένα από αυτά είχα δει μια γνωστή κυρία, γερασμένη κι άσχημη.
δεν έφευγε ποτέ. μόνο καθόταν σε μια άσχημη μαρίνα. ο διάσημος σύζυγος που της χάρισε το σκάφος μαζί με το διαζύγιο δεν της εξασφάλισε και τα χρήματα για τον καπετάνιο ή τη βενζίνη.
θλιβερό...δεν βρίσκετε ;
να κρατάς ένα πλοίο από πείσμα και να το χρησιμοποιείς σαν κακής ποιότητας ξενοδοχείο ;
και τα αυτονόητα χάνουν καμιά φορά το νόημά τους


μερικές φορές όταν η κατάθλιψη της χώρας χτυπά επικίνδυνα  τον προσωπικό μου ψυχισμό, επικεντρώνομαι σε τρόπους απόδρασης
ένα καράβι, ένα μικρό σπιτάκι
ένα χωράφι  κερασιές.
όσο γίνεται πιο μακριά από τον κόσμο
όλα είναι δυνατότητες .
"εμείς". είμαστε όλο δυνατότητες.


προσπαθώ να μη γράψω για την απελπισία που μεταφέρουν οι ειδήσεις κι ας είναι αυτή που κυριαρχεί στο μυαλό μου. προσπαθώ να μη γράψω για το αίσθημα αδικίας και ανασφάλειας που σου δημιουργούν οι νόμιμοι και μη κλέφτες που κατέκλυσαν τη χώρα. προσπαθώ να μην με θλιβεί βαθιά κι αγιάτρευτα ένα πρόβλημα οικογενειακό υγείας, σοβαρό πολύ

θέλω να γράψω για τη βόλτα στου Φιλοπάππου , ίσως και για το μουσείο της Ακροπόλεως που επιτέλους αξιώθηκα να επισκεφτώ. είναι όντως εντυπωσιακό όμως κατά κάποιον τρόπο το βρήκα άταιρο σε σχέση μη τη σημερινή Αθήνα των σκουπιδιών, των απεργιών, του διαλυμένου κράτους
όπως και με τους Ολυμπιακούς που κανένας δε θυμάται πια, δίνει την εικόνα μιας Ελλάδας που ποτέ δεν υπήρξε και δεν έχει την ανάγκη να υπάρξει. άσκοποι εντυπωσιασμοί που πληρώνονται με τη δυστυχία ενός λαού
δε θέλω να πω πως δεν είναι ωραίο. θέλω να πω πως δεν το σήκωνε η τσέπη μας. όπως και πολλά άλλα. θέλω να πω πως (οι Έλληνες)  κοιτάμε διαρκώς μεμονωμένα αλλα και ως σύνολο κοινωνικό πώς θα εντυπωσιάσουμε και όχι πώς θα πετύχουμε στόχους πρακτικούς. μερικές φορές απαραίτητους για την επιβίωσή μας
(τα μάρμαρά μας είναι όμορφα ακόμη και στον πιο λιτό αλλά καλόγουστο χώρο. όπως ακριβώς μια ωραία κοπέλα δε χρειάζεται περιττά φτιασίδια για να αναδείξει το προφανές)

στο Βήμα σήμερα, βρήκα αυτό του Εμπειρίκου :
(όμορφο δεν είναι ;)


Πλευρίζει η βάρκα σε εποχήν ατόφια
Η πόρτα λύνεται
Και μέσα απ' το νέφος που σκορπιέται
Προβάλλει η πλώρη και η γοργόνα της
Λαχανιασμένη με στήθη ξέστηθη
Ποντίζοντας την άγκυρά της στο λιμάνι
Είναι ελαφριά τα φτερουγίσματα
Σαν τα τρεξίματα παιδιών που παίζουν
Είναι βαριά τα παλαμάρια
Μια μπαρούμα πέφτει στα νερά
Και αναταράζει την άμμο του πυθμένος

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

προσωπικά και μη

ένα τεράστιο φιάσκο όλο αυτό το εγχείρημα .
χειρότερη εποχή δε θα μπορούσες να διαλέξεις.
είπαμε να παίξεις τη ζωή σου κορόνα-γράμματα, αλλά όχι με νόμισμα που έχει και από τις δύο μεριές την ίδια όψη. αυτήν του χαμένου.

πάντα νόμιζα πως οι φάσεις τύχης-ατυχίας στη ζωή μας, αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη. και πως αν τις βάζαμε σε μια ζυγαριά, αυτή θα ισορροπούσε κατά κάποιο τρόπο.
δεν θυμάμαι πότε έπεσε το παραμικρό αντίβαρο από την άλλη μεριά.
ανόητα αφελής και υπεραισιόδοξη.


καθημερινά διδάσκεσαι εμπράκτως πως υπάρχει πάντα ένα " πιο κάτω". κάθε μέρα κι ένα μάθημα μην τυχόν και δεν το έχεις εμπεδώσει.
κι ακόμη λίγο χαμηλότερα, κι ακόμη λίγο και κάποτε αναρωτιέσαι ΠΟΣΟ πιο κάτω.

κι όμως. υπάρχει ακόμη ένα "πιο κάτω".
και το μαθαίνεις την επομένη και το κοιτάς συγκαταβατικά και ζεις μαζί του , γιατί είσαι στη χώρα και τον χρόνο των μη επιλογών

μια ματιά στα βιβλία μου, η έλλειψη κάποιων συγκεκριμένων, ακριβώς αυτή η - από επιλογή- έλλειψή τους, μου θύμισε μια σχεδόν αρχαία πια, ομαλότητα.
κι ήταν η αφορμή γι'αυτό το ποστ.
θυμήθηκα μικρές ευτυχίες .
ποια ήμουν.
και πόσο μισώ αυτόν τον άξεστο επαρχιωτισμό.
πόσο "εξω" από τη δική μου στάση και επιλογή ζωής είναι.

γίνεται κουραστικό να επαναλαμβάνεις τις δικές σου αλήθειες σε μάτια που δε θέλουν να δουν κι αυτιά που δε θέλουν να ακούσουν
να χαρακτηρίζεται η δική σου αληθινή αληθινότατη ζωή ένα παράλληλο σύμπαν κι όχι όλη αυτή η μιζέρια που καθημερινά σε περιτριγυρίζει
η κόλαση δεν έχει συγκεκριμένη διεύθυνση. ο καθένας γνωρίζει τις γεωγραφικές συντεταγμένες της δικής του


κάποιες φορές φτάνουν φωνές στ'αυτιά σου. φωνές και λέξεις αναγνωρίσιμες. και τότε μια χαραμάδα ελπίδας γεννιέται μέσα σου.
δε χάθηκε ο κόσμος ακόμη. είναι εκεί.
όπως τον ήξερες.
ελπίζεις από την πολλή λαχτάρα σου να επιστρέψεις σε εκείνον, να μην τον βαρύνεις με υπερβολικές προσδοκίες, όπως συνήθως γίνεται
πάρε τα λίγα που έχει να σου δώσει. τα λίγα αλλά πολύ ακριβά.

οι ξένοι φαγώθηκαν να αγοράσουν την Ελλάδα και τους Έλληνες σε τιμή ευκαιρίας. μας κουνάνε απειλητικά το δάχτυλο, κάθε που νομίζουν πως δε χορεύουμε ακριβώς με τον σκοπό που μας σφυρίζουν. πρέπει να σώσουμε το δικό τους όραμα τη δική τους επιβίωση σε έναν κόσμο που πλάσανε στα μέτρα τους και ολοένα ολισθαίνει.
βρήκαν το ιδανικό θύμα
δεν είναι καιρός να αντισταθούμε ;
όχι οι πολιτικοί μας. εκείνοι δεν μπορούν. είναι συνήγοροί τους.


εμείς που αγαπάμε το χώμα μας, τον ήλιο μας, τις πέτρες μας, τις τόσο άγιες πέτρες μας


Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

αλλιώτικα ανεμοδούρια









κάθε τέλος καλοκαιριού γίνεται στο παραλιακό θέρετρο της περιοχής μια έκθεση με δημιουργίες νέων που σχετίζονται με την ενέργεια του ανέμου. όλα τα παραπάνω αντικείμενα αποκτούν ενδιαφέρουσα κίνηση με την παραμικρή πνοή
πέρσι ανάμεσα στις δημιουργίες μου είχαν αρέσει πολύ εκείνα τα λευκά πανιά που σε ταξίδευαν   ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό
φέτος οι περισσότερες κατασκευές ήταν μεταλλικές