Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Hide my head I want to drown my sorrow



μου πάει η απαισιοδοξία αυτού του τραγουδιού, ακόμη κι αν δεν το θέλω.
εδώ και καιρό όλα μου μοιάζουν θλιβερά, δεν μπορώ να δω χρώματα εκεί έξω. δεν μπορώ να νιώσω χαρά.
τα χτυπήματα τα δέχομαι στωικά στρέφοντας και το αριστερό μάγουλο κατά τας γραφάς, ανίκανη να αντιδράσω
οι καθημερινές εικόνες είναι στην πλειοψηφία τους αποκαρδιωτικές. προχτές μια κοπέλα στο τρένο, βρόμικη, έμοιαζε  άστεγη, με μια σακούλα αποφάγια στα πόδια είχε γείρει να κοιμηθεί
όλα μοιάζουν να καταρρέουν, κι ο καθένας αγκιστρώνεται απ' ό,τι έχει.
τα χριστουγεννιάτικα στολίδια μου μοιάζουν πολύ παράταιρα τόσο με την πόλη όσο και με τον καιρό...μια κραυγαλέα παραφωνία.
......
δεν ξέρω τι θα ήθελα.
σε περιόδους μεγάλης πίεσης, όπως η τωρινή, συνήθως σκέφτομαι μία αόριστη φυγή.
να ξέρω πως υπάρχει κάπου μια έξοδος κινδύνου
μόνο που δεν ξέρω πού
για πού
....

ακούω αυτούς τους στίχους
The dreams in which I'm dying
Are the best I've ever had

και ταράζομαι...όχι,  δεν είναι δίκιο....μπορεί να είναι ποιητικό, αλλά  δεν είναι δίκιο

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

βροχή

Μ'αρέσει η βροχή. Μ'αρέσει ο ήχος της, ο τρόπος που ρίχνει τα φύλλα αυτήν την εποχή και κιτρινίζουν οι δρόμοι , ο μαλακός καιρός της.
Μ'αρέσουν οι βόλτες στη βροχή.
Βέβαια στην Αθήνα δεν ταιριάζει . Η Αθήνα ασχημαίνει μαζί της και κάνει τις διαδρομές σου πιο δύσκολες, πιο βρόμικες, πιο γκρίζες.
Χώρια που πουθενά δε σου χρειάζονται τόσο πολύ αυτές οι πολύχρωμες πλαστικές γαλότσες, με τόσους νεοσχηματιζόμενους χείμαρρους και λίμνες.
Χαζεύω τους wasserscheu Αθηναίους και χαμογελώ. Είναι αστείος στα μάτια μου ο φόβος  μην τυχόν πέσουν πάνω τους δυο σταγόνες.
Τρέχουν  να κρυφτούν κάτω από υπόστεγα, ανοίγουν βιαστικά τις ομπρέλες, αντιδρούν αγχωμένα και βιαστικά.
Άλλες εικόνες...


Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

είναι κάποιες μέρες....

είναι κάποιες μέρες που ξυπνάς με σφιγμένο στομάχι δίχως συγκεκριμένο λόγο , μα με πολλούς αφηρημένους , από αυτούς που κάθε μέρα σου επιφυλάσουν μια δυσάρεστη έκπληξη, και λες "δε γίνεται από κάπου θα μου'ρθει και σήμερα, κάτι θα γίνει , κάτι θ'ακούσω, κάτι θα βρεθεί να με απελπίσει και να με ρίξει  "
και δε σκέφτεσαι ούτε στιγμή γιατί να μην περιμένεις κάτι καλό αυτή τη μέρα , που ο ήλιος συνεχίζει να λάμπει και να ζεσταίνει παρά το προχωρημένο του Νοέμβρη.
σα να σου απαγόρεψαν δια νόμου την αισιοδοξία. δια πολλών νόμων
...
και κάποιες άλλες φορές, συνήθως  την ώρα που δε σε πιάνει ο ύπνος το βράδυ, παρατηρείς τον κόσμο σαν να είσαι έξω από αυτόν και βλέπεις πως μεγαλώνοντας συγκατανεύεις ευκολότερα και συνθηκολογείς και οπλίζεσαι με μια παράξενη ηρεμία...
κι ακόμη διαπιστώνεις πως ό,τι είναι για σένα σημαντικό δεν είναι για τους άλλους, ούτε και το όμορφο το δικό σου, το ενδιαφέρον, το σωστό, το δίκαιο...
κι αυτό σε κάνει πιο μοναχική


κι ύστερα.... ξέρεις τώρα πια τα όρια του χρόνου....

κι ίσως ο κόσμος να μην έπρεπε τόσο να θυμώνει για τα ληγμένα τρόφιμα, όσο για τα ληγμένα όνειρα



Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

περί ψευτοεξεγέρσεων

Με 1.260.000 επίσημους ανέργους κ Στουρνάρα και κ Σαμαρά δεν επιτρέπεις στους υπαλληλίσκους  που κάποιοι από σας βολέψατε σε προνομιούχες θέσεις, να σας απειλούν με εξεγέρσεις . Τους δείχνεις απλά την πόρτα. Εκείνη τη στιγμή .
Νομίζω πως η προσφορά για αντικαταστάτες  θα είναι αρκετά μεγάλη (ακόμη και με το νέο μισθολόγιο που οι παλιοί σας υπάλληλοι ούτε να ακούσουν δε θέλουν) .
Αν πάλι θέλεις οπωσδήποτε να τους ρωτήσεις για το αν συμφωνούν με τα νέα μέτρα, τότε να κάνεις το ίδιο και με όλα τα άλλα στρώματα  του ελληνικού λαού.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

μακρινές ιστορίες

Από την "εκπαίδευση του μικρού δέντρου" του Φόρεστ Κάρτερ


Η γιαγιά και ο παππούς ήθελαν να μάθω για το παρελθόν, γιατί : " Αν δε γνωρίζεις το παρελθόν, δε θα έχεις μέλλον. Αν δε γνωρίζεις πού ήταν ο λαός σου, δε γνωρίζεις και πού πηγαίνει. " Έτσι μου είπαν τα περισσότερα.

Πώς ήρθαν οι στρατιώτες της κυβέρνησης. Πώς καλλιεργούσαν οι Τσεροκί τις πλούσιες κοιλάδες και πραγματοποιούσαν χορούς ζευγαρώματος την άνοιξη, όταν φύτρωνε η ζωή στη γη, όταν το ελάφι και η ελαφίνα, το παγόνι και η καλή του πανηγύριζαν παίζοντας το ρόλο τους στο παιχνίδι της δημιουργίας.

Πώς οργάνωναν γιορτές του θερισμού στα χωριά, καθώς ωρίμαζαν οι κολοκύθες, κοκκίνιζε ο διόσπυρος και σκλήραινε το καλαμπόκι.Πώς ετοιμάζονταν για τα κυνήγια του χειμώνα και αφιερώνονταν στον Τρόπο.

Πώς ήρθαν οι στρατιώτες της κυβέρνησης και τους ζήτησαν να υπογράψουν το χαρτί. Τους είπαν ότι το χαρτί σήμαινε ότι οι νέοι λευκοί έποικοι θα ήξεραν πού να εγκατασταθούν και έτσι δε θα έπαιρναν τη γη του Τσεροκί. Και, αφού το υπέγραψαν, ήρθαν και άλλοι στρατιώτες με τουφέκια και μακριά μαχαίρια στα τουφέκια τους. Οι στρατιώτες είπαν ότι τα λόγια στο χαρτί είχαν αλλάξει. Τώρα τα λόγια έλεγαν ότι ο Τσεροκί έπρεπε να αφήσει τις κοιλάδες, τα σπίτια και τα βουνά του. Ότι έπρεπε να φύγει μακριά, προς τον ήλιο που δύει, εκεί όπου η κυβέρνηση είχε ετοιμάσει μια άλλη γη για τον Τσεροκί, γη που δεν ήθελε ο λευκός.*

Πώς ήρθαν οι στρατιώτες της κυβέρνησης και περικύκλωσαν όλη την κοιλάδα με τα όπλα τους και τη νύχτα με τις φωτιές τους. Έβαλαν τους Τσεροκί μέσα στον κύκλο. Έφεραν Τσεροκί από άλλα βουνά και κοιλάδες, λες και ήταν αγελάδες, και τους έβαλαν μέσα στον κύκλο.

Αφού γινόταν αυτό για καιρό, όταν πια είχαν φέρει τους περισσότερους Τσεροκί, έφεραν άμαξες και μουλάρια και είπαν στους Τσεροκί ότι μπορούσαν να φύγουν για τη γη του ήλιου που δύει. Στους Τσεροκί δεν είχε απομείνει τίποτα. Μα δεν ήθελαν να φύγουν με τις άμαξες και έτσι έσωσαν κάτι. Δεν μπορούσες να το δεις, να το φορέσεις ή να το φας, μα έσωσαν κάτι. Άρνήθηκαν να φύγουν με τις άμαξες. Έφυγαν περπατώντας.

Οι στρατιώτες της κυβέρνησης προχωρούσαν με άλογα μπροστά τους , στα πλευρά τους, από πίσω τους. Οι άντρες Τσεροκί περπατούσαν και κοιτούσαν ίσια μπροστά. Δεν κοιτούσαν κάτω, ούτε προς τους στρατιώτες. Οι γυναίκες και τα παιδιά τούς ακολουθούσαν από πίσω και δεν κοιτούσαν τους στρατιώτες.

Πίσω τους, μακριά, οι άδειες άμαξες έτριζαν και κροτάλιζαν, ήταν άχρηστες. Οι άμαξες δεν μπορούσαν να κλέψουν την ψυχή του Τσεροκί. Του έκλεψαν τη γη του, το σπίτι του. Μα ο Τσεροκί δε θα άφηνε τις άμαξες να του κλέψουν την ψυχή.

Καθώς περνούσαν από τα χωριά του λευκού , οι άνθρωποι μαζεύονταν για να τους δουν να περνούν. Στην αρχή γελούσαν με τον χαζό Τσεροκί που περπατούσε ενώ οι άδειες άμαξες έτριζαν πίσω του. Ο Τσεροκί δε γυρνούσε το κεφάλι του για να τους κοιτάξει, και σύντομα τους κόπηκαν τα γέλια.

Καθώς ο Τσεροκί απομακρυνόταν από τα βουνά, άρχισε να πεθαίνει. Η ψυχή του δεν πέθαινε, ούτε γίνόταν πιο αδύναμη. Πέθαιναν οι πολύ νέοι, οι πολύ γέροι και οι άρρωστοι.

Στην αρχή οι στρατιώτες τούς άφηναν να σταματούν, για να θάβουν τους νεκρούς τους. Μα πέθαιναν όλο και περισσότεροι - κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες. Περισσότεροι από το ένα τρίτο θα πέθαιναν στο Μονοπάτι. Οι στρατιώτες είπαν ότι θα μπορούσαν να θάβουν τους νεκρούς μόνο κάθε τρεις μέρες, γιατί οι στρατιώτες βιάζονταν και ήθελαν να τελειώνουν με τον Τσεροκί. Οι στρατιώτες είπαν ότι οι άμαξες θα κουβαλούσαν τους νεκρούς, μα ο Τσερόκι αρνήθηκε να βάλει τους νεκρούς του στις άμαξες. Τους μετέφερε ο ίδιος. Περπατώντας.


Το μικρό αγόρι κουβαλούσε τη νεκρή αδελφούλα του και κοιμόταν δίπλα της τη νύχτα στο χώμα. Τη σήκωνε στα χέρια του το πρωί και συνέχιζε.

Ο σύζυγος κουβαλούσε τη νεκρή γυναίκα του. Ο γιος τη νεκρή μητέρα του, τον νεκρό πατέρα του. Η μητέρα το νεκρό μωρό της. Τα μετέφεραν στα χέρια τους. Και περπατούσαν. Και δε γυρνούσαν το κεφάλι τους για να κοιτάξουν τους στρατιώτες, ούτε τους ανθρώπους που τους παρακολουθούσαν να περνούν κατά μήκος του Μονοπατιού. Κάποιοι από εκείνους έκλαιγαν. Μα ο Τσεροκί δεν έκλαιγε. Δεν έβλεπες δάκρυα στο πρόσωπό του, γιατί ο Τσεροκί δεν τους άφηνε να δουν την ψυχή του, όπως δεν ανέβαινε και στις άμαξες.

Έτσι, το ονόμασαν Μονοπάτι των Δακρύων. Όχι επειδή έκλαψε ο Τσεροκί. Γιατί δεν έκλαψε. Το ονόμασαν Μονοπάτι των Δακρύων γιατί ακούγεται ρομαντικό και μιλά για τη θλίψη όσων στέκονταν δίπλα στο Μονοπάτι. Όμως μια πορεία θανάτου δεν είναι ρομαντική.

Δεν μπορείς να γράψεις ποίηση για το νεκρό, παγωμένο μωρό στα χέρια της μητέρας του που κοιτά τον μαύρο ουρανό με μάτια που δεν κλείνουν, ενώ η μάνα του περπατάει.

Δεν μπορείς να γράψεις τραγούδια για τον πατέρα που σηκώνει το βάρος της νεκρής γυναίκας του, κοιμάται δίπλα της τη νύχτα και ξυπνά και τη σηκώνει ξανά το πρωί - και λέει στον μεγαλύτερο γιο του να σηκώσει το σώμα του μικρότερου γιου. Και να μην κοιτά...να μη μιλά.... να μην κλαίει....να μη θυμάται τα βουνά.

Δε θα ήταν όμορφο τραγούδι. Γι'αυτό το ονόμασαν Μονοπάτι των Δακρύων.


* Το 1835, όταν ανακαλύφθηκε χρυσός σε γη που ανήκε στους Τσεροκί, στην Τζόρτζια, μια μικρή μειοψηφία συμφώνησε να πουλήσει όλη τη γη της φυλής ανατολικά του Μισισιπή για ένα σχετικά μικρό ποσό. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τη συμφωνία, αλλά κάποιοι κρατικοί αξιωματούχοι και ο πρόεδρος Andrew Jackson αγνόησαν την ακύρωση. Την περίοδο 1838-1839 οι Τσεροκί και άλλες φυλές οδηγήθηκαν δια της βίας στην Οκλαχόμα. Η πορεία τους διήρκεσε 116 μέρες και μέτρησε 4000 νεκρούς (περίπου το 1/3 του τότε πληθυσμού των Τσεροκί)


Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

συνεπιβάτες

συναντιόμασταν στην γραμμή 5 πάντα το μεσημέρι. όχι κάθε μεσημέρι, αλλά πάντα μεσημέρι.
για πρώτη φορά τον πρόσεξα όταν έκανε ευγενικά στο πλάι για να μπω στο λεωφορείο παραχωρώντας μου την προτεραιότητα. μια ασυνήθιστη ευγένεια, που την δικαιολογούσε η κάπως μεγαλύτερη ηλικία του, άλλα ήθη...
Aπό τότε κάθε που συναντιόμασταν στο ίδιο σημείο, ένα νεύμα, μία κίνηση με το χέρι "περάστε", είχε γίνει συνήθεια.
μια μέρα που πήρα μια άλλη γραμμή, σε άλλο σημείο της πόλης, μπαίνοντας κάπως αλαφιασμένη, ένιωσα αυτήν την ένταση που νιώθεις όταν κάποιος σε κοιτά επίμονα.
καθόταν σ'ένα από τα μπροστινά καθίσματα, μου χαμογέλασε και χαιρέτισε.
από κει και πέρα πάντα χαιρετούσαμε ο ένας τον άλλον δίχως ποτέ να έχουμε ανταλλάξει μια κουβέντα παραπάνω
φαντάζομαι πως θα έχει καταλάβει πως η συνεπιβάτιδα της γραμμής 5, δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσει αυτή τη γραμμή

......

την είδα να μπαίνει σκοτεινιασμένη λίγο πριν το κέντρο της πόλης. φαινόταν ταξιδιώτισσα με τον πολύχρωμο σάκο στην πλάτη και το κάπως ανέμελο, χίπικο ντύσιμο.
κάθισε σε μια τελείως άβολη θέση, ενώ το λεωφορείο ήταν μισοάδειο , πήρε το σακίδιο στην αγκαλιά κι άρχισε ένα ατελείωτο βουβό κλάμα .βουβό κι όμως σπαραχτικό. ήθελα τόσο να πάω δίπλα της, να της χαιδέψω τους ώμους να της πω "σώπασε, όλα θα γίνουν. όλα θα φτιάξουν. θα δεις"
(πόσα παρόμοια ξεσπάσματα κατέπνιξα στις ίδιες διαδρομές και μόνο με βλέμμα θολό άφηνα τις εικόνες να περνάνε δίπλα μου)
μερικές φορές με σιχαίνομαι για την ατολμία μου. για το φόβο μου μήπως εισέλθω απρόσκλητα στην ιδιωτική σφαίρα του άλλου

....

φορούσε ένα κομψό μαύρο κουστούμι με λευκό πουκάμισο και κρατούσε ένα χοντρό χαρτοφύλακα εκτός από την τσάντα στα χέρια της. δυσκολευόταν γενικά να πιαστεί από τις χειρολαβές, αλλά δεν ήθελε και να καθίσει.
ψηλή, λεπτή, με υπέροχα μακριά καστανά μαλλιά και καθαρά γαλάζια μάτια .είχε κάτι υπέροχα κοριτσίστικο πάνω της, κάτι τρομερά ανεπιτήδευτο και μια ανέμελη χάρη....ακριβώς η ομορφιά που θαυμάζω στις σπάνιες φορές που τη συναντώ ...και που ζηλεύω






Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

No need for words



όταν η περιρρέουσα κατάσταση είναι τόσο δυσάρεστη και δεν βρίσκεις τίποτα να πεις σε κοινωνικό ή προσωπικό επίπεδο...
τότε καμιά φορά οι νότες είναι η μόνη μορφή παρηγοριάς

ωστόσο θα είχα μια ερώτηση να σας κάνω, με μεγάλη περιέργεια για την απάντηση που θα έδινε ο καθένας σας

"τι είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή σας ;"
(πάρτε το χρόνο σας....αν θέλετε να μου αφήσετε εδώ μία απάντηση)