Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

απο τα "ανοιχτα χαρτια"

"Να 'χεις ή όχι γράψει ποιήματα δεν έχει τόσο σημασία, όσο να' χεις υποφέρει, παθιαστεί, σκιρτήσει γι' αυτά που, έτσι κι αλλιώς, οδηγούν στην Ποίηση. Ο αέρας της ζωής σε χτυπά πριν από το υλικό της σώμα, όπως το άρωμα μιας γυναίκας πριν από την πραγματική παρουσία της. Απομένει η αγκαλιά, ο έρωτας.
.......................................................................
Η ιστορία αυτή αρχίζει από την ημέρα που κοίταξα τη μοίρα μου καταπρόσωπο και την αποδέχθηκα. Θέλω να πω, που χώρισα οριστικά τις ευθύνες μου από τις οικογενειακές παραδόσεις, τα πανεπιστημιακά εύσημα και τις φιλοδοξίες για κοινωνική σταδιοδρομία, που παράτησα τις εκλογικεύσεις μου και είπα: χίλιες φορές καλύτερα να δοκιμαστείς σε κάτι και ν' αποτύχεις παρά να μείνεις εδώθε από τον κίνδυνο και να βολευτείς μες στην αφάνεια. Είναι όμως τόσο λίγο δική μου, όσο λίγο είναι η ίδια η ψυχή μας απέναντι στις άγνωστες δυνάμεις που την κατευθύνουν.
.......................................................................
Με την αναγωγή του αυθαίρετου σε δόγμα, ο Υπερρεαλισμός καταλάβαινα ότι μου έλυνε, κυριολεκτικά, τα χέρια. Ό,τι ήθελα, έκανα. Κάτι που μ' έβλαψε, βέβαια, όταν αναλογιστεί κανείς πόσο με απομάκρυνε από την έμφυτη τάση μου που είχα να οργανώνω τα ποιήματά μου και να τα ελέγχω αισθητικά, που με ωφέλησε όμως, αδιαφιλονίκητα, προς την κατεύθυνση της τόλμης κι άνοιξε πόρτες απίθανα μεγάλες στον κατατυραννισμένο μου ψυχισμό. Τι να γίνει. Με το δηλητήριο πάντοτε υπάρχει και η μέθη. Κι όταν είσαι είκοσι δύο χρονών...Αλλά επάνω σ' αυτό θέλω να προσθέσω κάτι.
Αισθανόμουνα, όσο περνούσε ο καιρός, ότι δεν ήμουν καθόλου "φιλολογικό ζώο". Δεν είχα τίποτε από τις συνήθειες ή τις μικρές μανίες της προηγούμενης γενεάς. Δεν κρατούσα ημερολόγια, δε διατηρούσα αρχεία, δε μου άρεσαν οι απαγγελίες και οι φιλολογικές βραδιές, απεχθανόμουνα τα μποέμικα ντυσίματα και οπωσδήποτε αδιαφορούσα εαν ήξερε ή όχι το κορίτσι μου ποιος είναι ο T.S. Eliot. Οι νέοι φίλοι την απόσπασή μου αυτή από το σχήμα, την άρνησή μου μου να ενσαρκώνω και εξωτερικά τον τύπο του ποιητή, δεν τα βλέπανε διόλου με καλό μάτι. Θα πρέπει να' μουνα πολύ "μπουρζουάς", και πάντως ψυχρός άνθρωπος, για να μην πετιέμαι στη μέση μιας συγκέντρωσης, όλος φλόγα και πάθος, για ν' απαγγείλω στίχους. Θεέ μου, τι δύσκολο που είναι να συνεννοηθούνε οι άνθρωποι. Αλλά ίσα-ίσα ένα νέο πνεύμα στην ποίηση θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να συμβαδίζει με μια νέα στάση. Κι ακριβώς επειδή δε χώνευα τους μπουρζουάδες δεν ήθελα να τους προσφέρει γραφικότητα ο ποιητής. Α ναι, χίλιες φορές καλύτερα ν' απομονωθώ - κι έβλεπα το ενδεχόμενο- παρά να παθαίνω κάθε βράδυ αλλεργία.
..........................................................................
Παρ' όλα όσα λένε, η νεότητα δεν είναι πάντοτε σ' όλες τις εποχές, η ίδια. Μέσα στην αγκαλιά μιας ερωμένης οι εικοσαετείς όλων των αιώνων και όλων των πολιτισμών μπορεί για μια στιγμή να εξομοιώνονται. Από κει και πέρα όμως η ιδεατή αυτή δικαιοσύνη δε διαρκεί. Το ποσοστό της πιθανής γοητείας το ορίζει ο κλήρος μιας εποχής, όμως κι αυτό ποιος θα μπορέσει να το προσμετρήσει; Αόρατα χέρια, χωρίς να μας ρωτήσουν, στήνουν τα σκηνικά όπου θα διαδραματίσουμε το ρόλο μας, και δεν είναι καθόλου, φυσικά, το ίδιο να ξυπνάς ανάμεσα σε παραρτήματα που διαλαλούνε πολέμους ή να πίνεις τον πρωινό καφέ σου χωρίς αμφιβολίες για το αυριανό σου εικοσιτετράωρο, ακόμη κι αν δεν είσαι παρά ένας απλός συλλέκτης γραμματοσήμων.
Εμείς που ζήσαμε, απ' τα είκοσι ως τα τριάντα μας, ανάμεσα σε δυο κινδύνους εκείνο που ξέρουμε είναι η ένταση του λευκού μπροστά στο πιθανό μαύρο, η προσπάθεια να διασώσουμε κάθε στιγμή ελεύθερη, και να γευτούμε αυτή τη στιγμή - την ακριβή - ως τα κατάβαθά μας. Και ακόμη, μιαν άλλου είδους ένταση. Πώς, με ποιον τρόπο, ν' αλλάξει η πραγματικότητα. Ω ναι, οι πιο πολλοι - οι πιο πραχτικοί - την είχανε πιάσει από τα πόδια. Εμείς αποβλέπαμε στο κεφάλι.
...........................................................................
Όντας στον ελάχιστο βαθμό ποιητικός, αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ποίηση, με τον ίδιο τρόπο που, όντας στον ελάχιστο βαθμό "πατριώτης", αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ελλάδα.
................................................................................

Έχω συλλάβει τη μορφή μου κάπου ανάμεσα σε μια θάλασσα, που ξεπροβάλλει από το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς, και σ΄ ένα κορίτσι ξιπόλυτο, που του σηκώνει ο άνεμος το ρούχο, μια στιγμή τύχης που αγωνίζομαι να αιχμαλωτίσω και της στήνω καρτέρι με λόγια ελληνικά.
Να τι είδους είναι ο ελάχιστος καμβάς όπου μπορεί επάνω του να κεντηθεί το ιδεόγραμμα της ζωής μου, που ωστόσο, αν έβρισκε κανείς ότι αξίζει τον κόπο να το αναλύσει, θα΄φτανε να σχηματίσει ένα χώρο, που η σημασία του δε βρίσκεται στα στοιχεία τα φυσικά που τον απαρτίζουν, αλλά στις προεκτάσεις και στις αντιστοιχίες τους μέσα μας, ως τις απώτατες άκριες, έτσι ώστε, σε τελικήν ανάλυση, ολόκληρο το νόημα του οράματος να συγκεντρώνεται στην καθαρότητα ψυχής που προϋποθέτει, για να γίνει ευανάγνωστο και κατανοητό. Πρέπει να'χει φοβούμαι, πεισθεί κανένας προηγουμένως ότι η ψυχική διεργασία που απαιτείται για να συλλάβει έναν άγγελο είναι πολύ πιο επώδυνη και τρομαχτική από την άλλη, που κατορθώνει να εκμαιεύει δαιμόνους και τέρατα, για να μπορέσει να καταλάβει τι θέλω να πω.
...........................................................................................................

Αν εμίλησα στην αρχή για κορίτσι και για εκκλησία με κίνδυνο να φανώ ελάχιστα σοβαρός είχα το λόγο μου. Θα' θελα να τραβήξω το πρώτο μέσα στο δεύτερο και να το κάνω δικό μου, όχι διόλου για να σκανδαλίσω, αλλά για να ομολογήσω πως ο έρωτας είναι ένας, και μαζί για να κάνω πιο πυκνό το ποίημα, που θέλω, με τις ημέρες του βίου μου, ν'αποτελώ.
Κλωνάρια ροδιάς θα΄βλεπα τότε να ξεφυτρώνουν από το τέμπλο κι ο άνεμος να ψέλνει στο παραθυράκι με το κύμα όταν ο νοτιάς, πιο δυνατός, θα το βοηθούσε να καβαλήσει το πεζούλι. Σ' ένα τέτοιο πεζούλι αγγίχτηκα γυμνός κάποτε, κι ένιωσα να καθαρίζουνε τα σωθικά μου, σάμπως ο ασβέστης να΄χε διαπεράσει φύλλο - φύλλο με τις απολυμαντικές του ιδιότητες την καρδιά μου.
............................................................................................................
Αν υπάρχει, συλλογίζομαι, για τον καθένα μας ένας διαφορετικός , προσωπικός Παράδεισος, ανεπανόρθωτα ο δικός μου θα πρέπει να΄ναι σπαρμένος με δέντρα λέξεων που τ' ασημώνει ο άνεμος καθώς λεύκες, από ανθρώπους που βλέπουν να επαναστρέφει επάνω τους το δίκιο που τους έχει αφαιρεθεί, από πουλιά που ακόμα και μέσα στην αλήθεια του θανάτου επιμένουν να κελαηδούν ελληνικά, και να λεν "έρωτας", "έρωτας", "έρωτας".....

Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία. Η αίσθηση του "γυρισμού των πραγμάτων" μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ' αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλά ορθός - καθώς το θέλησα. Ένας αμετανόητα ερωτευμένος, που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω - κάτω και περιμένω....Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα, κάποτε πάλι δυο- τρεις στίχοι, πολλές φορές απλά και μόνον το καλοκαίρι."


Οδ. Ελύτης