Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

μακρινές ιστορίες

Από την "εκπαίδευση του μικρού δέντρου" του Φόρεστ Κάρτερ


Η γιαγιά και ο παππούς ήθελαν να μάθω για το παρελθόν, γιατί : " Αν δε γνωρίζεις το παρελθόν, δε θα έχεις μέλλον. Αν δε γνωρίζεις πού ήταν ο λαός σου, δε γνωρίζεις και πού πηγαίνει. " Έτσι μου είπαν τα περισσότερα.

Πώς ήρθαν οι στρατιώτες της κυβέρνησης. Πώς καλλιεργούσαν οι Τσεροκί τις πλούσιες κοιλάδες και πραγματοποιούσαν χορούς ζευγαρώματος την άνοιξη, όταν φύτρωνε η ζωή στη γη, όταν το ελάφι και η ελαφίνα, το παγόνι και η καλή του πανηγύριζαν παίζοντας το ρόλο τους στο παιχνίδι της δημιουργίας.

Πώς οργάνωναν γιορτές του θερισμού στα χωριά, καθώς ωρίμαζαν οι κολοκύθες, κοκκίνιζε ο διόσπυρος και σκλήραινε το καλαμπόκι.Πώς ετοιμάζονταν για τα κυνήγια του χειμώνα και αφιερώνονταν στον Τρόπο.

Πώς ήρθαν οι στρατιώτες της κυβέρνησης και τους ζήτησαν να υπογράψουν το χαρτί. Τους είπαν ότι το χαρτί σήμαινε ότι οι νέοι λευκοί έποικοι θα ήξεραν πού να εγκατασταθούν και έτσι δε θα έπαιρναν τη γη του Τσεροκί. Και, αφού το υπέγραψαν, ήρθαν και άλλοι στρατιώτες με τουφέκια και μακριά μαχαίρια στα τουφέκια τους. Οι στρατιώτες είπαν ότι τα λόγια στο χαρτί είχαν αλλάξει. Τώρα τα λόγια έλεγαν ότι ο Τσεροκί έπρεπε να αφήσει τις κοιλάδες, τα σπίτια και τα βουνά του. Ότι έπρεπε να φύγει μακριά, προς τον ήλιο που δύει, εκεί όπου η κυβέρνηση είχε ετοιμάσει μια άλλη γη για τον Τσεροκί, γη που δεν ήθελε ο λευκός.*

Πώς ήρθαν οι στρατιώτες της κυβέρνησης και περικύκλωσαν όλη την κοιλάδα με τα όπλα τους και τη νύχτα με τις φωτιές τους. Έβαλαν τους Τσεροκί μέσα στον κύκλο. Έφεραν Τσεροκί από άλλα βουνά και κοιλάδες, λες και ήταν αγελάδες, και τους έβαλαν μέσα στον κύκλο.

Αφού γινόταν αυτό για καιρό, όταν πια είχαν φέρει τους περισσότερους Τσεροκί, έφεραν άμαξες και μουλάρια και είπαν στους Τσεροκί ότι μπορούσαν να φύγουν για τη γη του ήλιου που δύει. Στους Τσεροκί δεν είχε απομείνει τίποτα. Μα δεν ήθελαν να φύγουν με τις άμαξες και έτσι έσωσαν κάτι. Δεν μπορούσες να το δεις, να το φορέσεις ή να το φας, μα έσωσαν κάτι. Άρνήθηκαν να φύγουν με τις άμαξες. Έφυγαν περπατώντας.

Οι στρατιώτες της κυβέρνησης προχωρούσαν με άλογα μπροστά τους , στα πλευρά τους, από πίσω τους. Οι άντρες Τσεροκί περπατούσαν και κοιτούσαν ίσια μπροστά. Δεν κοιτούσαν κάτω, ούτε προς τους στρατιώτες. Οι γυναίκες και τα παιδιά τούς ακολουθούσαν από πίσω και δεν κοιτούσαν τους στρατιώτες.

Πίσω τους, μακριά, οι άδειες άμαξες έτριζαν και κροτάλιζαν, ήταν άχρηστες. Οι άμαξες δεν μπορούσαν να κλέψουν την ψυχή του Τσεροκί. Του έκλεψαν τη γη του, το σπίτι του. Μα ο Τσεροκί δε θα άφηνε τις άμαξες να του κλέψουν την ψυχή.

Καθώς περνούσαν από τα χωριά του λευκού , οι άνθρωποι μαζεύονταν για να τους δουν να περνούν. Στην αρχή γελούσαν με τον χαζό Τσεροκί που περπατούσε ενώ οι άδειες άμαξες έτριζαν πίσω του. Ο Τσεροκί δε γυρνούσε το κεφάλι του για να τους κοιτάξει, και σύντομα τους κόπηκαν τα γέλια.

Καθώς ο Τσεροκί απομακρυνόταν από τα βουνά, άρχισε να πεθαίνει. Η ψυχή του δεν πέθαινε, ούτε γίνόταν πιο αδύναμη. Πέθαιναν οι πολύ νέοι, οι πολύ γέροι και οι άρρωστοι.

Στην αρχή οι στρατιώτες τούς άφηναν να σταματούν, για να θάβουν τους νεκρούς τους. Μα πέθαιναν όλο και περισσότεροι - κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες. Περισσότεροι από το ένα τρίτο θα πέθαιναν στο Μονοπάτι. Οι στρατιώτες είπαν ότι θα μπορούσαν να θάβουν τους νεκρούς μόνο κάθε τρεις μέρες, γιατί οι στρατιώτες βιάζονταν και ήθελαν να τελειώνουν με τον Τσεροκί. Οι στρατιώτες είπαν ότι οι άμαξες θα κουβαλούσαν τους νεκρούς, μα ο Τσερόκι αρνήθηκε να βάλει τους νεκρούς του στις άμαξες. Τους μετέφερε ο ίδιος. Περπατώντας.


Το μικρό αγόρι κουβαλούσε τη νεκρή αδελφούλα του και κοιμόταν δίπλα της τη νύχτα στο χώμα. Τη σήκωνε στα χέρια του το πρωί και συνέχιζε.

Ο σύζυγος κουβαλούσε τη νεκρή γυναίκα του. Ο γιος τη νεκρή μητέρα του, τον νεκρό πατέρα του. Η μητέρα το νεκρό μωρό της. Τα μετέφεραν στα χέρια τους. Και περπατούσαν. Και δε γυρνούσαν το κεφάλι τους για να κοιτάξουν τους στρατιώτες, ούτε τους ανθρώπους που τους παρακολουθούσαν να περνούν κατά μήκος του Μονοπατιού. Κάποιοι από εκείνους έκλαιγαν. Μα ο Τσεροκί δεν έκλαιγε. Δεν έβλεπες δάκρυα στο πρόσωπό του, γιατί ο Τσεροκί δεν τους άφηνε να δουν την ψυχή του, όπως δεν ανέβαινε και στις άμαξες.

Έτσι, το ονόμασαν Μονοπάτι των Δακρύων. Όχι επειδή έκλαψε ο Τσεροκί. Γιατί δεν έκλαψε. Το ονόμασαν Μονοπάτι των Δακρύων γιατί ακούγεται ρομαντικό και μιλά για τη θλίψη όσων στέκονταν δίπλα στο Μονοπάτι. Όμως μια πορεία θανάτου δεν είναι ρομαντική.

Δεν μπορείς να γράψεις ποίηση για το νεκρό, παγωμένο μωρό στα χέρια της μητέρας του που κοιτά τον μαύρο ουρανό με μάτια που δεν κλείνουν, ενώ η μάνα του περπατάει.

Δεν μπορείς να γράψεις τραγούδια για τον πατέρα που σηκώνει το βάρος της νεκρής γυναίκας του, κοιμάται δίπλα της τη νύχτα και ξυπνά και τη σηκώνει ξανά το πρωί - και λέει στον μεγαλύτερο γιο του να σηκώσει το σώμα του μικρότερου γιου. Και να μην κοιτά...να μη μιλά.... να μην κλαίει....να μη θυμάται τα βουνά.

Δε θα ήταν όμορφο τραγούδι. Γι'αυτό το ονόμασαν Μονοπάτι των Δακρύων.


* Το 1835, όταν ανακαλύφθηκε χρυσός σε γη που ανήκε στους Τσεροκί, στην Τζόρτζια, μια μικρή μειοψηφία συμφώνησε να πουλήσει όλη τη γη της φυλής ανατολικά του Μισισιπή για ένα σχετικά μικρό ποσό. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τη συμφωνία, αλλά κάποιοι κρατικοί αξιωματούχοι και ο πρόεδρος Andrew Jackson αγνόησαν την ακύρωση. Την περίοδο 1838-1839 οι Τσεροκί και άλλες φυλές οδηγήθηκαν δια της βίας στην Οκλαχόμα. Η πορεία τους διήρκεσε 116 μέρες και μέτρησε 4000 νεκρούς (περίπου το 1/3 του τότε πληθυσμού των Τσεροκί)


10 σχόλια:

Τζων Μπόης είπε...

Αυτό που έχει σημασία σε αυτή την ιστορία δεν είναι εάν όντως έγιναν τα πράγματα έτσι ή αλλιώς...
Ξέρουμε όλοι ότι η ιστορία της ανθρωπότητας βρίθει απο φρικαλεότητες και από διωγμούς.
Για να κατοικήσουμε εμείς σε ένα τόπο, κάποιοι μακρινοί μας πρόγονοι εκδίωξαν, προφανώς βίαια, τους προηγούμενους κατοίκους.

Η ιστορία πάντα θα επαναλαμβάνεται με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο.
Αυτό που αντιπαρατίθεται στην ιστορία είναι η αίσθηση της αξιοπρέπειας και η φρικαλεότητα της βίας κι ενώ είναι απορίας άξιο πως είναι δυνατόν μετά από τόση φρίκη το ανθρώπινο είδος να προάγει και να αναπαράγει ένα επίπεδο αξιοπρέπειας, είναι από μόνο του μια νότα αισιοδοξίας για την ανθρωπότητα, μπορούμε μάλιστα να βρούμε και αντιστοιχία με την κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα και να αισθανθούμε ότι δεν χάνονται όλα.

scarlett είπε...

Αυτο το στοιχειο της αξιοπρεπειας ηταν που συγκινησε και μενα Τζων Μποη, και δεν πιστευω πως ειναι μυθιστορηματικο στοιχειο. Ο ανθρωπος εχει αποδειξει οτι ακομη και στις πιο δυσκολες καταστασεις και συνθηκες μπορει , αναλογα με το ποιον του, να δειχνει μια σπανια ανωτεροτητα και να βαζει καποιες αξιες πανω απο τη ζωη του.
Κι αυτο όπως λες κι εσυ ειναι ενα αισιοδοξο μηνυμα

Σ'ευχαριστω για το σχολιο σου!

thinks είπε...

Είναι ένα πολύ όμορφο και καλογραμμένο κείμενο, που, προσπαθώντας να είναι ρεαλιστικό μέσα από την εκφραστική του Αμερικανού Ινδιάνου, γίνεται ποιητικό, με την αίσθηση του ρομαντισμού που διακρίνει την τάση της σύγχρονης απεικόνισης εκείνης της γενοκτονίας, από την ταινία Soldier Blue έως το Dances With Wolves. Όμως τα Έθνη, εκείνων στους οποίους η γη ανήκε για 15.000 χρόνια, είναι πολλά και η ιστορία του κάθε έθνους πολύ διαφορετική από την άλλη. Τα γνωστά μας έθνη είναι οι Λακότα (Σιου), Τσεροκή, Σαϋέν, Απάτσι -και ίσως να θυμόμαστε τους Ιρακόη (από τον τελευταίο των Μοϊκανών).

Εφ' όσον το κείμενο, έστω και λογοτεχνικό, αναφέρεται σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, πρέπει, το λιγότερο, ο αναγνώστης να γνωρίζει τα ιστορικά γεγονότα και κοινωνιολογικές πραγματικότητες του σκηνικού στο οποίο βασίζεται η λογοτεχνία -και την ιστορία που οδήγησε σε αυτά. Ναι, το σχόλιο θα είναι μικρό και ατελές :-)

Έχει ενδιαφέρον να ξέρουμε, ότι το έθνος των Τσεροκή, μιλώντας μια γλώσσα ταυτόσημη με την γλώσσα των Ιρακόη, θεωρείται από τους περισσότερους ιστορικούς και ανθρωπολόγους ότι ήταν ένα μέρος των Ιρακόη το οποίο αποσπάσθηκε, για κάποιο λόγο από το κυρίως σώμα του έθνους, και κινήθηκε νότια. Οι Ιρακόη βρίσκονταν, σε σημερινές γεωγραφικές αναφορές, γύρω από τις Μεγάλες Λίμνες, από Σικάγο έως βόρεια Νέα Υόρκη, και βόρεια μέσα στον Καναδά. Οι Τσεροκή μετανάστευσαν νότια σε μία περιοχή που σήμερα είναι το δυτικό μέρος της Βόρειας Καρολίνας. Ιστορικοί και αρχαιολόγοι τοποθετούν την μετανάστευσε αυτή μεταξύ 1300 Προ Κοινής Εποχής και 13ου αιώνα της Κοινής Εποχής, σταδιακή, ή/και σε κύματα (υπάρχει και μία μειοψηφία που λέει πως οι Ιρακόη ίσως να ήταν εκείνοι που μετανάστευσαν βόρεια).

Σήμερα υπάρχουν τρεις διαφορετικές όμάδες των Ανθρώπων Τσεροκή, διοικητικά και κοινωνιολογικά: Η Ανατολική Ομάδα Ινδιάνων Τσεροκή (η μικρότερη ομάδα από τις τρεις, περίπου 13.000-14.000) που βρίσκεται ακόμη και σήμερα στα πατρικά εδάφη στην Βόρεια Καρολίνα από όπου ποτέ δεν μετακινήθηκαν. Το Έθνος Τσεροκή (300.000), στην Οκλαχόμα, όπου ζουν τα 190.000 από τα 300.000 σημερινά μέλη, και Η Ενωμένη Ομάδα Ινδιάνων Τσεροκή (14.000-15.000), που βρίσκονται και αυτοί στην Οκλαχόμα, ανατολικά του "Έθνους".

Η "Ενωμένη Ομάδα" έφυγε από την Βόρεια Καρολίνα μόνη της το 1817. Από τους προγόνους του Έθνους" που βρίσκεται στην Οκλαχόμα, πολλοί έφυγαν από την Βόρεια Καρολίνα μόνοι τους, δεκαετίες πριν τα συμβάντα που περιγράφει ο συγγραφέας, τα οποία διαδραματίστηκαν το 1830-38. Οι υπόλοιποι έφυγαν οικιοθελώς το 1838, όπως αναφέρει στην αρχή και ο συγγραφέας. Η πορεία πράγματι λέγεται σήμερα Μονοπάτι των Δακρύων, αλλά οι κακουχίες της μετακίνησης δεν ήταν ούτε οφείλονταν τόσο σε κτηνωδία των λευκών όσο σε ραελιστικές συνθήκες επιβίωσης της εποχής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μόνοι πραγματικοί Αμερικανοί είναι εκείνοι που ζούσαν εκεί τις χιλιετηρίδες πριν έρθουν οι Ευρωπαίοι και άλλοι, και ότι πρόκειται περί γενοκτονίας. Αλλά το εκκρεμές της κοινής γνώμης που επηρεάζεται πάντα από το εκκρεμές της λογοτεχνίας, σφάλει συχνά, και ιστορικά και ηθικά -στην προκειμένη περίπτωση η ρομαντικοποίηση του Ινδιάνου δεν διαφέρει σε πολλά από την αρχική ρομαντικοποίηση του κάουμπόη. Η αλήθεια, όπως πάντα, βρίσκεται κάπου ανάμεσα :-)

thinks είπε...

Έχω πολύ βαθειά αισθήματα σεβασμού και αλληλεγγύης για τον Αμερικανό Ινδιάνο. Αισθάνομαι κοντά στους Λακότα, στην ψυχή μου. Η σύζυγος ενός καλού μου φίλου στο Όρεγκον είναι γνήσια τσεροκή. Και φοράω συνήθως στον λαιμό μου μια πέτρινη μύτη βέλους από την reservation των Τσεροκή στην Βόρεια Καρολίνα, με ένα φτερό γερακιού που μου έδωσε η μαργαρίτα από τα βουνά μας εδώ...

thinks είπε...

@ Τζων Μπόη: Πολύ σωστά μίλησες, καθήμενοι όντες γύρω από την φωτιά του συμβουλίου... Μία πρόσθεση μόνο σε μια από τις φράσεις σου :-) "Για να κατοικήσουμε εμείς σε ένα τόπο, κάποιοι μακρινοί μας πρόγονοι εκδίωξαν, προφανώς βίαια, τους προηγούμενους κατοίκους [ή μπορεί να είμαστε και οι απόγονοι εκείνων οι οποίοι επέζησαν τον διωγμό -ή και των δύο]"

scarlett είπε...

Σ'ευχαριστω Δημητρη για το πλουσιο ιστορικο υλικο που εδω καταθετεις.
(Τελικα επρεπε να το ξανααναρτησω ;) )

Σιγουρα το κειμενο ειναι βασικα λογοτεχνικο, απο την άλλη οπως και εσυ και ο Τζων Μποη αναφερετε, ο διωγμος μιας φυλης, ενος λαου απο τον τοπο κατοικιας του δεν ειναι μοναδικο ιστορικό φαινομενο.
Μπορει ο συγγραφεας να τον παρουσιαζει καπως πιο ρομαντικα ή και ποιητικα, αλλά η ουσία αυτη στην οποια αναφερεται στο τελος, οτι δλδ δεν μπορεις να κανεις ποιηση με τον πονο και με τον θανατο, αυτη ειναι μια και αναλλοιωτη.

Καλο σου βραδυ, Δημητρη και σ'ευχαριστω και παλι!

thinks είπε...

Άξια σημείωσης τα νούμερα: Οι 300.000 σημερινοί απόγονοι του Μονοπατιού των Δακρύων, ξεκίνησαν από εκείνους των Cherokee People που σήμερα είναι το Cherokee Nation:

Μεταξύ 23 Αυγούστου 1836 και 5 Δεκεμβρίου 1838, έφυγαν από τα πατρικά εδάφη της Βόρειας Καρολίνας 13 ομάδες που έφτασαν στην Οκλαχόμα μεταξύ 17 Ιανουαρίου 1839 και 18 Μαρτίου 1839.

Συνολικά ξεκίνησαν 13.149 και έφτασαν 11.504 Cherokee. Στον δρόμο, γεννήθηκαν 71, πέθαναν 447, άλλαξαν γνώμη και έφυγαν 182, και προσετέθησαν 191. Άγνωστη η τύχη 1.278.

Η μετακίνηση αποδείψτηκε από την ιστορία ότι βοήθησε, για οποιουσδήποτε μετέπειτα λόγους αποδιδόμενους στον χαρακτήρα των Τσεροκή, να ευημερήσει το Έθνος που τώρα είναι κάπου 20 φορές πολυπληθέστερο των άλλων δύο ομάδων.

Επίσης άξιο λόγου ότι ανάμεσα στην κοινωνία των Τσεροκή, όπως και άλλων φυλών και εθνών, υπάρχουν πολλά ρεύματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που κατηγορούν εαυτούς για κακές αποφάσεις και ακρότητες όχι διαφορετικές από εκείνες που πολλοί λευκοί κατηγορούν άλλους λευκούς για την ιστορία εκείνης της εποχής...

Γεγονός πάντως ότι η ζωή δεν ήταν να προχωρήσει τον μεγάλο κύκλο ανενόχλητη για όσο φύτρωνε χορτάρι και φυσούσε άνεμος. Οι Ευρωπαίοι το έκαναν σίγουρο, ότι η ομορφιά του κύκλου θα συναντούσε την ασχήμια άλλων όντων του είδους...

Καλό σου βράδυ Scarlett!

scarlett είπε...

Πολυ ενδιαφεροντα στοιχεια, Δημητρη!
Να αλλος ενας λογος που μου αρεσει αυτη η αλληλεπιδραση. Μαθαινεις ενα σωρο νεα πραγματα.

Να εισαι καλα, Δημητρη!

Καλο σου βραδυ!

thinks είπε...

και κάτι τις ακόμα;
:-)

Ο Άσα Έρλ "Φόρεστ" Κάρτερ (1925-1979) ήταν συγγραφεύς πολιτικών λόγων και βιβλίων. Ένα από τα βιβλία του ήταν ο Παράνομος Τζόση Γουέαλς, που μπορεί να το ειδές στο σινεμά με τον Κλιντ Ήστγουντ. Ο Έρλ ήταν λευκός του νότου και είχε ιδρύσει και ένα μέρος του τοπικού ΚΚΚ με παραλλαγές από το παραδοσιακό ΚΚΚ. Πέρασε για ορφανός Τσεροκή με το όνομα Φόρεστ, ενώ οι λευκοί γονείς του ζούσαν. Τον ξεσκέπασαν οι Τάιμς της Νέας Υόρκης το 1991 κατά την επανέκδοση του βιβλίου από το οποίο πήρες το απόσπασμα.

Επίσης έγραψε ένα βιβλίο που λεγόταν Watch for me on the mountain, μια νουβέλα με μπόλικο μύθο (αν όχι εντελώς μυθικό) η οποία ήταν η νουβέλα-"βιογραφία" του υπαρκτού shaman των Απάτσι Goyaałé ("εκείνος που χασμουριέται") τον οποίον οι Μεξικανοί, μετά από επίθεση σε Μεξικανικό χωριό κατά την γιορτή του Αγίου Ιερώνυμου, είχαν ονομάσει Τζερόνιμο.

Το Watch for me on the mountain περιέγραφε πως οΤζερόνιμο είχε ανακάλύψει μια χαμένη κοιλάδα μέσα στα βουνά της Σιέρα Μάντρε και εκεί οδήγησε μια ομάδα Απάτσι για να επιζήσουν μακριά από τους Λευκούς πριν ο ίδιος παραδοθεί στο 4ο Ιππικό στις 9 Σεπτεμβρίου 1886. Αν και εκείνος πέθανε αιχμάλωτος το 1909, η ομάδα που στο βιβλίο οδήγησε να κρυφτεί στην χαμένη κοιλάδα επέζησε, μακριά από τον "πολιτισμό". Ο Κάρτερ τελειώνει το βιβλίο με την φράση ότι "η τελευταία ιστορική επιδρομή Απάτσι σε μεξικανικό χωριό έγινε το 1936. Ήρθαν από την Σιέρα Μάντρε".

Τόσο με είχε συνεπάρει το βιβλίο του Κάρτερ, που, το 1980 το μετέτρεψα από βιβλίο σε κινηματογραφικό σενάριο ως την Διπλωματική μου thesis. Αλλά δεν έγινε δεκτό σαν thesis -αναγκάστηκα να γράψω άλλη thesis προτείνοντας μια θεωρία μου για την εργασία του Φρανσουά Τρυφώ. Ούτε εκείνη θέλανε να την δεχτούνε γιατί ένας νόμιζε ότι την είχα αντιγράψει από βιβλίο, το οποίο όμως δεν μπορούσε να βρει. Του είπα ότι αν κάνει λάθος, τότε μου κάνει κομπλιμάν, και αν δεν βρει το βιβλίο πρέπει να πάρω το δίπλωμά μου. Και το πήρα.

Τώρα, καληνύχτα! Απίθανη ανάρτηση! Μου άρεσε :-)

scarlett είπε...

Να εισαι καλα, Δημητρη!

Καλή σου μερα!